Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νίκος Καζαντζάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νίκος Καζαντζάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου 2014

Οι αδερφοφάδες - Νίκος Καζαντζάκης

Οι Αδερφοφάδες

«Θέλει, λέει, να 'ναι λεύτερος. Σκοτώστε τον!» Η φράση που νίκησε την εντοπιότητα, τον χρόνο, τον σπαραγμό. Η φράση που διασώθηκε σαν τη μοναδική ελεύθερη κραυγή όταν όλα, και με πολλούς νεκρούς, από κάθε πλευρά, τελειώνουν κάθε φορά.

Οι Αδερφοφάδες
«Οι «Αδερφοφάδες» μιλούν για την αδελφοκτόνο σύγκρουση σε ένα χωριό κατά τον ελληνικό εμφύλιο στα τέλη τής δεκαετίας τού 1940. Πολλοί από τους χωριανούς, μαζί και ο Καπετάν Δράκος, ο γιος του εφημέριου, ο παπα-Γιάνναρος, πήραν τα βουνά και ενώθηκαν με τους κομμουνιστές αντάρτες. Είναι Μεγάλη Εβδομάδα και, με τον φόνο, τον θάνατο και την καθημερινή καταστροφή, ο παπα-Γιάνναρος αισθάνεται ότι κουβαλάει στους ώμους του τις αμαρτίες τού κόσμου», αναφέρει η γαλλική έκδοση του βιβλίου, «Les freres enemis».
Και συνεχίζει: «Ενα χωριό τραχύ, στο χρώμα της στάχτης, μαυρειδερά σπίτια κάτω από τον ανήλεο ήλιο των νησιών της Μεσογείου, κάτοικοι καμένοι από τη μιζέρια και τα πάθη. Σήμερα, το κυρίαρχο πάθος είναι το μίσος. Ενα πολιτικό μίσος φονικό, που ρίχνει τον αδερφό ενάντια στον αδερφό του. Και μπροστά σ' αυτή τη θύελλα των ανομιών, στέκει ένας ηλικιωμένος άντρας, απελπισμένος, γιατί η φωνή του είναι «φωνή βοώντος εν τη ερήμω». Για τον παπα-Γιάνναρο αυτό το κύμα φρίκης δεν μπορεί παρά να σημαίνει την ίδια την ανικανότητα της ιερωσύνης του: ο διάβολος κυβερνά τον κόσμο... Αυτό το επιθανάτιο μυθιστόρημα του Καζαντζάκη είναι, ανάμεσα σε όλα τα έργα του, το πιο κοντινό στον κόσμο μας, που σπαράζεται από αδελφοκτόνες μάχες».
Στις σελίδες του, μια ολοζώντανη ιστορία που θα μας βάζει δύσκολα σε κάθε εποχή: Ξεκινά με τις ανταλλαγές των πληθυσμών (από την Μικρά Ασία εδώ και απ' εδώ οι Τουρκοκρήτες εκεί) και με τον παπα να καίει τις εικόνες και να μοιράζει την στάχτη σαν φυλακτό.
Οι Αδερφοφάδες
Μετά περιπλανάται από χωριό σε χωριό, πηγαίνει στο Άγιον Όρος αλλά δεν βρίσκει εκεί παρά καλοπέραση και όχι τον Θεό, επιλέγει να ριζώσει σε ένα πέτρινο, αγέλαστο χωριό όπου ξεσπά ο εμφύλιος...
Ενας λαός που ελπίζει, αγωνίζεται, κι ανάμεσά τους κόσμος και κοσμάκης που ευκαιρία βρίσκει να ντύσει ιδεολογικά τα προσωπικά: μικρές ανθρώπινες ιστορίες που γονατίζουν μπροστά στη μεγάλη Ιστορία, άλλοι στις πόλεις κι άλλοι στα βουνά. Κι ο παπα-Γιάνναρος να αγωνίζεται «ιδεολογικά ύποπτος» και να σκοτώνεται, σαν τον Εσταυρωμένο Χριστό στο τέλος: «Πόλεμος ακατάπαυτος με τον Θεό, με τους αγέρηδες, με το χιόνι, με τον θάνατο είναι η ζωή τους, γι' αυτό, όταν πλάκωσε ο αδελφοσκοτωμός, δεν ξαφνιάστηκαν οι Καστελιανοί, δεν τρόμαξαν, δεν άλλαξαν συνήθειες μονάχα ό,τι ως τότε κουφόβραζε μέσα τους, βουβό κι αφανέρωτο, ξεσπούσε τώρα κι αυθαδίαζε λεύτερο, τινάχτηκε απ' τα στήθια τους αχαλίνωτη η αρχέγονη λαχτάρα του ανθρώπου να σκοτώσει. Καθένας είχε κι ένα γείτονα ή κι ένα φίλο ακόμα ή κι αδελφό, που τον μισούσε, χρόνια, χωρίς αφορμή?». «Ο φόνος, η παμπάλαιη ανάγκη του ανθρώπου, έπαιρνε ένα υψηλό μυστικό νόημα, κι άρχισε το αδελφοκυνηγητό». «Ενας μονάχα στέκουνταν ανάμεσά τους ξαρμάτωτος, απελπισμένος, με τις αγκάλες ανοιγμένες κι αδειανές, ο ιερέας του χωριού, ο παπα- Γιάνναρος».
Σύμβολο
Μυθιστόρημα εξαιρετικής κινηματογραφικής ροής με φιλοσοφικά διλήμματα και διαλόγους οικουμενικούς και διαχρονικούς: «-Τι βλέπεις παππού; -Τη ζωή μου που τρέχει και χάνεται». Με τον παπα-Γιάνναρο σύμβολο να προσδοκά και να πιστεύει στον δικό του Θεό: που κατεβαίνει από τον θρόνο και αγωνίζεται στα κατσάβραχα, που πεινάει κι αδικείται και κάθε μέρα σταυρώνεται.
Το αποτέλεσμα, ένα βαθύτατα υπαρξιακό μυθιστόρημα με τα διλήμματα και τους εμφύλιους σπαραγμούς που δεν τελειώνουν ποτέ σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης. Με την καρδιά του ανθρώπου να εμπεριέχει το σύμπαν, Κόλαση και Παράδεισο αλλά και τον ίδιο τον Θεό. Με την αιώνια κραυγή του «Χριστέ μου, Χριστέ μου, πάλι σε σταυρώνουν οι ανθρώποι».
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΕΛΕΝΗ ΓΚΙΚΑ

πηγή


Μιλαει ο Θεός:
Όποιος με ζητάει, με βρίσκει
όποιος με βρίσκει, με γνωρίζει
όποιος με γνωρίζει, με αγαπάει
όποιος με αγαπάει, τον αγαπώ
όποιον αγαπώ, τον σκοτώνω. SINDA ALI (Μουσουλμάνος μυστικός του 9ου αιώνα)

Αποσπάσματα

Αντιθέσεις

παπά Γιάνναρος                                                    καπετάν Δράκος
ιερέας                                                                      αρχηγός ανταρτών
πατέρας                                                                    γιος
θείος κόσμος                                                           πραγματικός κόσμος
επαναστάτης του λόγου                                           επαναστάτης της δράσης
ήρωας του καλού                                                     ήρωας του κακού
πνεύμα                                                                      σώμα
διανόηση                                                                   ύλη
μυθιστορηματικός υπερ-ήρωας                                ιστορικός ήρωας
θύμα                                                                          θύτης

.....όλους τους αγαπώ, κανένας δε με αγαπάει, μα αντέχω. Μα μην παρατεντώνεις το σκοινί, Χριστέ μου, άνθρωπος είμαι, δεν είμαι βουβάλι, μείτε άγγελος, είμαι άνθρωπος - ως πότε θ' αντέχω; Μια μέρα μπορεί και να σπάσω σου το λέω, γιατί - ήμαρτον, Θεέ μου - καμιά φορά το ξεχνάς και ζητάς από τον άνθρωπο πιο πολλά κι από τους αγγέλους." σελ. 23

..."τώρα θα φανεί αν έχεις ψυχή μέσα σου για λάσπη. Σήκω απάνω, περπάτα! Περπάτα, κι όπου σε βγάλει ο δρόμος. άσε το Θεό να οδηγάει. κατέχει Αυτός." Τρεις μέρες περπατούσε. σελ. 30

"Δεν πιστεύει στο Θεό, γι' αυτό φοβάται το θάνατο...." σελ. 30

ξαφνικά ένιωσε πως η ευτυχία είναι παγίδα του Σατανά, τρόμαξε. σελ. 30

...Η προσευχή σήμερα λέγεται πράξη. Ν' ασκητεύεις σήμερα θα πει: να ζεις με τους ανθρώπους, να παλεύεις με τους ανθρώπους,...σελ.34

...το νου σας να μην πληγώσετε καρδιά ανθρώπου, γιατί εκεί μέσα κρύβεται ο Θεός. σελ.50

-Και βρήκες, μωρέ κοκορόμυαλε, απάνω στο βουνό τη δικαιοσύνη;
-Όχι, σύντροφε, ακόμα. όμως βρήκα την ελπίδα.
-Ποιαν ελπίδα;
-Πως μια μέρα θα 'ρθει η δικαιοσύνη. Δε θα 'ρθει μοναχή της, δεν έχει πόδια. εμείς θα την σηκώσουμε στους ώμους μας και θα τη φέρουμε....σελ. 56 

"Εμπάτε κι εσείς στο σπίτι του Θεού", είπε ο Χριστός. "Δευτέρα Παρουσία δε θα πει Δικαιοσύνη, θα πει Έλεος." σελ. 70

"Ας είναι καλά ο ύπνος", συλλογίστηκε ο παπά Γιάνναρος, "μας φέρνει ό,τι ο ξύπνος μας αρνείται." σελ. 71

Τι θα πει λεύτερος; Αυτός που δε φοβάται το θάνατο. σελ. 71

... οι λαβωματιές που δίνουν τ' αδέρφια είναι πάντα βαριές. σελ. 72

-"το σημείο, όπου ο Θεός αγγίζει τον άνθρωπο, λέγεται θάνατος, σελ.74

Όποιος σκύβει στο ζυγό του Θεού είναι λεύτερος. όποιος σκύβει στο ζυγό των ανθρώπων είναι σκλάβος. σελ. 103

"Στον κόσμο τούτον", συλλογίζονταν, "θα 'σαι αρνί ή λύκος. αν είσαι αρνί, σε τρων. αν είσαι λύκος, τρως. Θεέ μου, δεν υπάρχει ένα τρίτο ζώο, καλύτερο, δυνατότερο;" σελ.105

"Πως μπορώ να πεθάνω", είπε, "εγώ που έχω μια μεγάλη ιδέα;" σελ. 112

..."κρίμα στα νιάτα. δε χάθηκαν για μια μεγάλη ιδέα." σελ.115

...και να 'μασταν τουλάχιστο βέβαιοι πως πολεμούμε για καμιά μεγάλη ιδέα... σελ.120

"Δε με νοιάζει, Λεωνίδα μου, να σκοτωθώ, δε με νοιάζει, σου ορκίζομαι. φτάνει να ξέρω γιατί σκοτώνομαι. για ποιον σκοτώνομαι. Μα δεν ξέρω. ξέρεις εσύ;" σελ. 123

"Τρία πράματα είχα πάντα πεθυμήσει στη ζωή μου: ένα σπιτάκι, μια γυναικούλα και μια γλάστρα σγουρό βασιλικό. και ποτέ μου δεν τ' απόχτησα." Τι 'ναι η ζωή αλήθεια, αγαπημένη μου, τι λίγα πράματα χρειάζεται ο άνθρωπος για να 'ναι ευτυχισμένος! Και πάει και χάνεται για τα μεγάλα φαντάσματα.... σελ. 123

... κι η φριχτή λύσσα να τον σκοτώσεις, όχι γιατί τον μισείς παρά για να προλάβεις μη σε σκοτώσει αυτός... Να σκοτώσεις από φόβο, όχι από μίσος, δεν υπάρχει, θαρρώ, μεγαλύτερος ξεπεσμός. σελ. 131

"Έπρεπε σε όσους έχουν το δίκιο να δίνεις τη δύναμη κι όχι σε όσους έχουν το άδικο. αυτό θα πει Θεός!" σελ. 133

Όταν κοιμάται ο Θεός, ο διάολος είναι ξύπνιος και κάνει ό,τι θέλει. καθένας και τη βάρδια του, μαθές. σελ. 137

Πολύ δύσκολο μου φαίνεται. μα αγωνίσου κι εσύ, φτάσε όπου μπορείς, σελ. 148

...έπεσαν οι τιμές, μπορείς ν' αγοράσεις για ένα κομμάτι ψωμί μια μεγάλη ιδέα. σελ.149

...μα το σίδερο, σαν μπει στη φωτιά, μαλακώνει. θα μαλακώσεις, Κι έγνοια σου. σελ. 138

Από τα καλά κερδεμένα παίρνει ο διάολος τα μισά. από τα κακά κερδεμένα, παίρνει και το νοικοκύρη! σελ. 160

Μελετώ τους ανθρώπους που έπλασες, λέει, κατ' εικόνα κι ομοίωσή σου. δεν καταλαβαίνω. Τέτοιος είσαι, Κύριε, σαν τους ανθρώπους; σελ. 168

-Θαρρείς πως μπορείς να σταυρώνεις και να μην ανασταίνεις το Χριστό;
.....
....
Ανάσταση θα πει: χέρια καθαρά, καρδιά καθαρή! σελ. 187

-Τα κάστρα παίρνουνται από μέσα, μουρμούρισε, όχι απ' έξω. σελ. 189

...ένιωθε, όχι πια μπροστά του, μέσα του, την Ελλάδα να του φωνάζει βοήθεια. Αν χαθεί, εγώ φταίω, συλλογίζουνταν, αν σωθεί, εγώ θα τη σώσω και χιμούσε στον πόλεμο με λύσσα.. σελ. 190 

Εδώ 'ναι ξεκομμένα καρύδια: ή θα σκοτώσεις ή θα σκοτωθείς. Πάλι κάλλιο η μάνα του φονιά παρά του σκοτωμένου. σελ.207

Η αυλή μας διψάει. σελ.211

Τίποτα, λοιπόν, δεν πεθαίνει μέσα μας; Τίποτα δεν μπορεί να πεθάνει όσο ζούμε. σελ. 227

Μα πώς μωρέ, θ' αλλάξεις τον κόσμο, αν δεν αλλάξεις τον άνθρωπο; Την καρδιά του ανθρώπου; σελ. 233

-Λευτεριά θα πει να κάνεις ό,τι θέλει η ιδέα. όχι ό,τι θέλεις εσύ. σελ. 235

-Δεν υπάρχουν ιδέες. υπάρχουν μονάχα άνθρωποι που κουβαλούν τις ιδέες. κι αυτές παίρνουν το μπόι του ανθρώπου τις κουβαλάει. σελ. 242

...μα ιερέας θα πει να μη φοβάσαι τους ανθρώπους. σελ. 248

Η αγάπη είναι σπαθί, Αντρέα μου. ο Χριστός άλλο σπαθί δεν είχε, και με αυτό κυρίεψε τον κόσμο. σελ. 252

Μωρέ, δεν υπάρχουν Έλληνες να παραδώσουμε την Ελλάδα; σελ.256

Ένα κοπάδι πρόβατα καταντήσαμε, και κάθε μέρα ο μακελάρης διαλέγει και σφάζει. ώς πότε; σελ. 258

....γιατί πίσω από το θάμα στέκεται ο Θεός,...σελ.261

-Δεν την πάω εγώ, παιδιά μου, αποκρίθηκε ο παπά-Γιάνναρος, που τρέκλιζε κουβαλώντας την Παναγιά, δεν την πάω εγώ, αυτή με πάει. ορκίζουμαι, αυτή με πάει! Ακολουθάτε! σελ. 263

Ανάθεμά τη για τέχνη, συλλογίστηκε,.... ανάθεμά τη για τέχνη, να σκοτώνεις! σελ. 266

Μα τώρα βλέπω, είσαι καλός, αφήνεις τους ανθρώπους να φτάσουν ως τον πάτο της Κόλασης, κι από κει αρχίζει η σωτηρία. Μπας και βρίσκεται στον πάτο της Κόλασης, Κύριε, η πόρτα της Παράδεισος; σελ. 273

Κόμμα θα πει: να υπακούς και να μη ρωτάς. σελ. 275

"Διάβασες εσύ τον Μάρξ;" "Όχι, γιατί να τον διαβάσω; Τον διάβασε ο Λένιν." σελ. 276

...η τυφλή υποταγή κάνει σκλάβους. σελ. 276

...αν χαθεί ο κόσμος, αυτοί θα τον σώσουν αν χαθεί, εμείς θα φταίμε, οι κεφαλές. σελ. 277

Σκοτώστε με. θα σκοτώσετε τον τελευταίο λεύτερον άνθρωπο, μα τη λευτεριά δε τη σκοτώνετε. σελ. 293

Το χωριό που δεν έχει τρελό, χάνεται. θα γίνω εγώ ο τρελος του χωριού, ο τρελός της Ελλάδας. και θα φωνάζω.σελ. 296

- ....Δεν τον άκουσες; Θέλει, λέει, να 'ναι λεύτερος! σελ. 298
-Σκοτώστε τον! σελ.299

***
Αντέγραψα, μικρές σημειώσεις μου, μα με μεγάλες έννοιες. Όπου αρχίζω με μικρό μετά από τελεία, είναι γιατί δεν ξέρω την άνω τελεία και δε θέλω να παρέμβω στο κείμενο, στις ανάσες...

 

Η Ασκητική - Νίκος Καζαντζάκης


«Η Ασκητική είναι μια κραυγή»

«Εγραψα και τέλειωσα χτες την -Ασκητική-. Είναι καλή; δεν ξέρω. Προσπάθησα με λόγια απλά, σαν εξομολόγηση, να διαγράψω την άσκηση της ζωής μου, από πού ξεκίνησα, πώς πέρασα τα εμπόδια, πώς άρχισε η αγωνία του Θεού, πώς βρήκα την κεντρική έννοια που ρυθμίζει πια τη σκέψη μου, το λόγο και την πράξη μου. Αχ!

«Προσπάθησα με λόγια απλά, σαν εξομολόγηση, να διαγράψω την άσκηση της ζωής μου, από πού ξεκίνησα, πώς πέρασα τα εμπόδια», σημείωνε για την «Ασκητική» ο Καζαντζάκης
«Προσπάθησα με λόγια απλά, σαν εξομολόγηση, να διαγράψω την άσκηση της ζωής μου, από πού ξεκίνησα, πώς πέρασα τα εμπόδια», σημείωνε για την «Ασκητική» ο Καζαντζάκης
δε ρυθμίζει ακόμα εντελώς, πλήθος κακές συνήθειες της περασμένης εξέλιξης μ' εμποδίζουν να κινηθώ σύμφωνα με την αυστηρή, ανένδοτη επιταγή του Θεού μου. Μα μάχομαι, συνειδητά πια, να μένω πιστός στην ουσία της ζωής μου. Βρίσκομαι σ' ένα νέο μεταίχμιο. Η στερνή, η πιο ιερή μορφή της θεωρίας είναι η πράξη. Παντού είναι ο Θεός, στον άνθρωπο, στην πολιτική, στην καθημερινή ζωή που κιντυνεύει. Δεν είναι παντοδύναμος, να σταυρώνουμε τα χέρια προσδοκώντας τη σίγουρη νίκη του. Από μας εξαρτάται η σωτηρία του. Και μόνο αν σωθεί, σωζόμαστε. Η θεωρία έχει αξία μονάχα ως προετοιμασία, ο αγώνας ο κρίσιμος είναι η πράξη». Εγραψε ο ίδιος ο δημιουργός για την «Ασκητική» και το επισημαίνει ο δρ Πάτροκλος Σταύρου στο επίμετρο του βιβλίου. «Η Ασκητική είναι ο Νίκος Καζαντζάκης. Και ο Νίκος Καζαντζάκης είναι η Ασκητική», μας υπενθυμίζει. Για το βιβλίο που όλοι έχουμε συνδέσει με τα νιάτα μας, με την πιο μαχητική και ζωντανή, αθώα εποχή. Για το βιβλίο που θα γραφτούν διθύραμβοι. Μια ελβετική εφημερίδα θα γράψει πως είναι «το κατά Καζαντζάκην ευαγγέλιο» η «Ασκητική». Κι ο Νίκος Καζαντζάκης θα γράψει ότι «η Ασκητική είναι μια Κραυγή», αλλά και «όλο το έργο του σχόλιο σ' αυτή την Κραυγή».
Ο Καζαντζάκης ξεκίνησε το 1922 την «Ασκητική» στη Βιέννη. Γράφει στην πρώτη σύζυγό του Γαλάτεια Καζαντζάκη στις 9 Αυγούστου: «Βιάζομαι να τυπώσω ό,τι έχω γράψει ως τώρα για να μπορώ να δοθώ όλος σ' ένα νέο έργο, καθαρά θεολογικό μου. Εχω ήδη διαγράψει το σκελετό του και θα 'ναι πολύ δύσκολο» (Επιστολές προς τη Γαλάτεια, Δίφρος, Αθήνα 1958).
Το έργο θα το τελειώσει στο τέλος Μαρτίου του 1923 στο Βερολίνο. Αλλά θα το διορθώνει και θα το ξαναγράφει για μια ζωή. Ενα κομμάτι της θα γραφτεί στη Ρωσία:
«Η Ασκητική είναι μια κραυγή»
«Εχω αποφασίσει να φύγω στη Ρουσία. Δεν ξέρω πότε. Πρέπει να ετοιμαστώ. Τώρα μαθαίνω ρούσικα, και αυτές τις μέρες θα πάω σ' ένα τεχνίτη, εδώ, που έχει μαγαζί, να μάθω μια τέχνη - μαραγκός. Ετσι θα δουλεύω στη Ρουσία τρεις ώρες τη μέρα και θα γυρίζω τα χωριά. Εκεί θα δοκιμάσω το Λόγο που φέρνω» [Επιστολές προς Γαλάτεια, γράμμα της 22ας Νοεμβρίου του 1923]. Θα επανέλθει αρκετές φορές στο ίδιο θέμα, μέσα από τις επιστολές του πάντα: «Γράφω τώρα την -Ασκητική-, ένα βιβλίο mystique, όπου διαγράφω τη μέθοδο ν' ανεβεί η ψυχή από κύκλο σε κύκλο ωσότου φτάσει στην ανώτατη Επαφή. Είναι πέντε κύκλοι: Εγώ, ανθρωπότητα, Γης, Σύμπαντο, Θεός. Πώς ν' ανεβούμε όλα τούτα τα σκαλοπάτια κι όταν φτάσομε στο ανώτατο να ζήσουμε όλους τους προηγούμενους κύκλους. Το γράφω επίτηδες χωρίς ποίηση, με στεγνή, επιτακτική φόρμα».
Δύσκολες συνθήκες
Οι συνθήκες απίστευτα δύσκολες: «Εδώ εργάζομαι πάλι σαν απελπισμένος. Ξυπνάω ξημερώματα και τώρα που δε ζεσταίνεται το δωμάτιο μένω στο κρεβάτι και δουλεύω. Γράφω, όπως Σου έγραψα, την -Ασκητική-. Δεν ξέρω αν θα σου αρέσει. Είναι γραμμένο ολιγόλογα, σαν ανάβαση επίπονη από κύκλο σε κύκλο» (Επιστολή και πάλι στη Γαλάτεια, στις 20 Ιανουαρίου 1923).
«Σημειωτέον ότι μόνο δυο μέρες την εβδομάδα θέρμαινε το δωμάτιό του, λόγω έλλειψης κάρβουνου, και το κρύο ήταν φοβερό. Αλλά και γενικότερα και αργότερα δεν ήταν ασύνηθες για τον Καζαντζάκη να γράφει φορώντας γάντια, λόγω ψύχους», επισημαίνει ο δρ Πάτροκλος Σταύρου στο εξαιρετικό επίμετρο του βιβλίου.
«Για πέντε χρόνια μετά την οριστικοποίηση της πρώτης γραφής της ?Ασκητικής?, περιφέρει μαζί του τα χειρόγραφα, αλλά και διακατέχεται από αδημονία να την δει τυπωμένη, με την προοπτική διορθώσεων στο μέλλον, όπως συνήθιζε, αφού ακόμα και σε κυκλοφορούντα βιβλία του έκανε ιδιόχειρες διορθώσεις», γράφει ο δρ Πάτροκλος Σταύρου. Η «Ασκητική» δημοσιεύτηκε το καλοκαίρι του 1927 στο περιοδικό «Αναγέννηση» του Δημήτρη Γλυνού, κι η έκδοσή της προκάλεσε μεγάλο σάλο. Ο Καζαντζάκης έκανε και νέες διορθώσεις της «Ασκητικής» (π.χ. το 1938, αλλά και αργότερα). Το 1944 τη διόρθωσε για άλλη μια φορά και έτσι έγινε η δεύτερη έκδοσή της, τον Δεκέμβριο του 1945. Το βιβλίο μεταφράσθηκε και εκδόθηκε σε πολλές ξένες γλώσσες και χώρες και αποτελεί ένα από τα δημοφιλέστερα έργα του Καζαντζάκη διεθνώς. Το 1930 ο Στέφαν Τσβάιχ θα γράψει στον Νίκο Καζαντζάκη ότι η «Ασκητική» ανήκει σε όλο τον κόσμο.
ΕΛΕΝΗ ΓΚΙΚΑ

πηγή

*******

Πορεία ανθρώπου, *Ασκητική* Καζαντζάκη

Σε ένα μεγάλο μέρος της Ασκητικής ο Ν. Καζαντζάκης περιγράφει την πορεία του ανθρώπου μέσα από τέσσερα σκαλοπάτια: Πρώτο σκαλοπάτι: ΕΓΩ.
Δεύτερο: Η ΡΑΤΣΑ.
Τρίτο: Η ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑ.
Τέταρτο: Η ΓΗΣ.

Κι ενώ σε κάθε σκαλοπάτι επισημαίνει τη δύναμη της έννοιας που αναλύει, στο επόμενο σκαλοπάτι, κατά την προσφιλή του τακτική, έρχεται η καινούργια έννοια να καλύψει την προηγούμενη, να την αγκαλιάσει, να την εντάξει μέσα της, να αναδειχθεί αυτή στη θέση της προηγούμενης . Μέχρι που θα έρθει η επόμενη κοκ. Μέσα από συνεχείς προσταγές, διδακτικός, με μια φλεγόμενη από πάθος ψυχή και γραφή, συμβουλεύει τον άνθρωπο για τη θέση του και τη στάση του απέναντι στη ζωή, για το Χρέος του .

Στο πρώτο σκαλοπάτι, π.χ: *Να αγαπάς την ευθύνη. Να λες: Εγώ, εγώ μονάχος μου έχω χρέος να σώσω τη γης. Αν δε σωθεί, εγώ φταίω. Να είσαι ανήσυχος, αφχαρίστητος, απροσάρμοστος πάντα. Όταν μια συνήθεια καταντήσει βολική, να τη συντρίβεις*.
Στο δεύτερο ( ράτσα): *Δε μιλάς εσύ, μιλούν αρίφνητοι πρόγονοι με το στόμα σου. Δεν πεθυμάς εσύ. Πεθυμούν αρίφνητες γενεές απόγονοι με την καρδιά σου. Οι νεκροί σου δεν κείτουνται στο χώμα. Γενήκαν πουλιά, δέντρα, αγέρας. Κάθεσαι στον ίσκιο τους, θρέφεσαι με τη σάρκα τους, αναπνές το χνότο τους. Γενήκαν ιδέες και πάθη, κι ορίζουν τη βουλή σου και την πράξη*.

Η ράτσα σου είναι το μεγάλο σώμα, το περασμένο, το τωρινό, το μελλούμενο. Εσύ είσαι μια λιγόστιγμη έκφραση, αυτή είναι το πρόσωπο. Εσύ είσαι ο ίσκιος, αυτή είναι το κρέας.

Δεν είσαι λεύτερος. Αόρατα μυριάδες χέρια κρατούν τα χέρια σου και τα σαλεύουν. Όταν θυμώνεις, ένας προπάππος αφρίζει στο στόμα σου. Όταν αγαπάς, ένας πρόγονος σπηλιώτης μουγκαλιέται. Όταν κοιμάσαι, ανοίγουν οι τάφοι μέσα στη μνήμη και γιομώνει βουρκόλακες η κεφαλή σου. *Μην πεθάνεις για να μην πεθάνουμε!* φωνάζουν μέσα σου οι νεκροί. *Δεν προφτάσαμε να χαρούμε τις γυναίκες που πεθυμήσαμε. Πρόφτασε εσύ, κοιμήσου μαζί τους! Δεν προφτάσαμε να κάμουμε έργα τις ιδέες μας. Κάμε τις έργα εσύ! Δεν προφτάσαμε να συλλάβουμε και να στερεώσουμε το πρόσωπο της ελπίδας μας. Στερέωσέ το εσύ! Τέλεψε το έργο μας! Τέλεψε το έργο μας! Μέρα νύχτα μπαινοβγαίνουμε στο κορμί σου και φωνάζουμε. Όχι, δε φύγαμε, δεν ξεκορμίσαμε από σένα, δεν κατεβήκαμε στη γης. Μέσα από τα σωθικά σου ξακλουθούμε τον αγώνα. Λύτρωσέ μας! *
Στο τρίτο ( ανθρωπότητα), το απόσπασμα γράφει: *Δε μιλάς εσύ . Μήτε είναι η ράτσα μονάχα μέσα σου που φωνάζει,μέσα σου οι αρίφνητες γενεές των ανθρώπων - άσπροι , κίτρινοι , μαύροι - χιμούν και φωνάζουν .Λευτερώσου κι από τη ράτσα , πολέμα να ζήσεις όλο τον αγωνιζόμενον άνθρωπο .Κοίτα τον πως ξεμασκάλισε από τα ζώα , πως μάχεται να σταθεί όρθιος , να ρυθμίσει τις άναρθες κραυγές , να συντηρήσει τη φλόγα ανάμεσα στις πυροστιές , να συντηρήσει το νού ανάμεσα στα κόκκαλα της κεφαλής του* .
Και στο τέταρτο ( γη), βέβαια, υποτάσσει και την ανθρωπότητα στη γη: *Δε φωνάζεις εσύ. Δε φωνάζει η ράτσα σου μέσα στο εφήμερο στήθος σου. Δε φωνάζουν μονάχα οι άσπρες, οι κίτρινες, οι μαύρες γενεές των ανθρώπων στην καρδιά σου. Η Γης αλάκερη, με τα ζώα, με τους ανθρώπους και τους θεούς της μέσα στο στήθος σου φωνάζει*. (πηγή:
cloudconnected.pblogs.gr/tags/agapi-gr.html).
  

Τετάρτη 29 Ιανουαρίου 2014

Ο φτωχούλης του Θεού - Νίκος Καζαντζάκης





Ο φτωχούλης του Θεού - Νίκος Καζαντζάκης


Το υπερβατικό πορτραίτο του φλογερού και φυσιολάτρη Αγίου Φραγκίσκου της Ασίζης από τον Νίκο Καζαντζάκη, για πρώτη φορά σε σχολιασμένη έκδοση (Μάρτιος 2008). Στην ανατύπωση του μυθιστορήματος προστίθεται επίμετρο, όπου ο εκδότης-επιμελητής δρ. Πάτροκλος Σταύρου σκιαγραφεί τη σχέση τού Καζαντζάκη με τον Άγιο Φραγκίσκο, και με τον μεγάλο ανθρωπιστή Άλμπερτ Σβάιτσερ, τον οποίον θεωρεί ως τον "Άγιο Φραγκίσκο του καιρού μας". Περιλαμβάνεται, ακόμη, άρθρο του Καζαντζάκη για τον Σβάιτσερ, στον οποίον αφιερώνει το βιβλίο. 

"Αυτός ο βίος τού Αγίου Φραγκίσκου τής Ασσίζης, αφηγούμενος από τον αδελφό Λέοντα, τον ταπεινό του σύντροφο της πρώτης και της τελευταίας του ώρας, χρειάστηκε όλο το βαθιά ανθρώπινο ταλέντο και τη χριστιανική ζέση τού Νίκου Καζαντζάκη για να τον επικαλεσθεί με αυτή την απλότητα και με αυτή τη μυστηριακή αίσθηση, κάποτε τρομακτική, άλλοτε ακτινοβόλα. Ορίστε, μπροστά μας, η ιταλική ύπαιθρος, οι δρόμοι που καίγονται από τον ήλιο, τα δάση κάτω από τη βροχή, οι μεσαιωνικές πολιτείες που αντηχούν ολόκληρες από τη βουή τού πλήθους και τις κωδωνοκρουσίες των εκκλησιών. Ορίστε ο δρόμος τής Ρώμης, η θάλασσα, οι Άγιοι Τόποι, κι έπειτα η επιστροφή τού Φραγκίσκου στη γη που τον γέννησε, σ' αυτή τη γη που τόσο αγαπά και στην οποία τόσο λίγο ανήκει αφότου ο Θεός τον θέλησε ολόκληρο για λογαριασμό Του.
Η τέλεια φτώχια, η περιπέτεια στην οποίαν ανεπιφύλακτα αφήνεται ο Φραγκίσκος, έχει κάτι το ιλιγγιώδες - ιλιγγιώδες όπως η αγάπη που ο Φραγκίσκος ανακαλύπτει προοδευτικά, μέχρι να την ενσαρκώσει ο ίδιος: η ανεξάντλητη και απρόβλεπτη αγάπη τού Θεού.
Ο αναγνώστης θα ξαναβρεί στο φλογερό αυτό βιβλίο, του οποίου ο τόνος είναι εκείνος των πιο ευγενών και πιο οικείων συναξαριών, όχι μόνο τον λυρισμό ενός ποιητή παθιασμένα κυριευμένου από την ομορφιά τού κόσμου, αλλ' επίσης όλα τα βαθιά θέματα της σκέψης τού Καζαντζάκη, του πιστού και εξεγερμένου, του ανήσυχου και γαλήνιου, του μοναχικού κι ωστόσο σε ενότητα με όλους τούς συνανθρώπους του."

(από τη γαλλική έκδοση Nikos Kazantzaki, "Le Pauvred' Assise, Plon, Paris 1970)

"Η σεραφική γλυκύτητα του Αγίου Φραγκίσκου μπαίνει σε μιαν ακατάπαυστη μάχη κόντρα στον πατέρα, κόντρα στην πολιτεία, κόντρα στη λοιδορία, την κακότητα και την αδιαφορία, κόντρα στις διαβολικές παγίδες, που γλιστρούν μέχρι και μέσα στον περίβολο του μοναστηριού, όπου οι αδελφοί προσεύχονται στα καλυβάκια τους τα φτιαγμένα από κλαδιά."

(Μαρσέλ Μπριόν της Γαλλικής Ακαδημίας - La Revuede Paris) 

"Δεν πρόκειται εδώ για ένα μυθιστόρημα, αλλά για ένα γνήσιο πάθος, που το ζει σε όλη του την ένταση ο συγγραφέας του... Ο συγγραφέας δικαιολογείται: χαρακτηρίζει το βιβλίο του ως "μυθιστόρημα", αλλά το αποκαλεί Ο δικός μου "Άγιος Φραγκίσκος της Ασσίζης". Πράγματι, ο Φραγκίσκος είναι αυτός, ο Καζαντζάκης, ο οποίος έζησε την "Ασκητική" ως τα άκρα και επέζησε."

(Αζίζ Ιζέτ, από το βιβλίο του "Nikos Kazantzaki")


Αντιθέσεις
Φραγκίσκος                       Φραγκίσκος
Άνθρωπος                          Άγιος
θνητή φύση                        αθάνατη φύση
ανθρώπινη απόλαυση          θεϊκή αποστολή
ανθρώπινη συμπεριφορά     υπερ -ανθρώπινη συμπεριφορά
αδυναμία                            δύναμη
ύλη                                    πνεύμα
σάρκα                                ψυχή
θάνατος                              αθανασία
συμβουλές πατέρα              συμβουλές μητέρας
πλούτος                              αυτάρκεια
κακό                                   καλό
φόβος                                 αγάπη

Αποσπάσματα

Αν παράλειψα πολλά από τα λόγια κι από τα έργα του Φραγκίσκου κι αν παράλλαξα άλλα κι αν πρόσθεσα κι άλλα που δεν έγιναν μα μπορούσαν να έχουν γίνει, δεν το έκανα από αμάθεια, ή από αναίδεια ή ασέβεια, παρά από ανάγκη να συνταιριάξω, όσο είναι μπορετό πιο σύμφωνα με την ουσία, το βίο με το μύθο του αγίου. Η τέχνη έχει αυτό το δικαίωμα. Όχι μονάχα το δικαίωμα, παρά και το χρέος: να υποτάζει τα πάντα στην ουσία. Θρέφεται από την Ιστορία, την αφομοιώνει αργά, πονετικά και την κάνει παραμύθι. Αγάπη κι ευλάβεια και θαμασμός για τον ήρωα και μεγαλομάρτυρα με κατείχε γράφοντας το παραμύθι ετούτο, πιο αληθινό και από την αλήθεια συχνά χοντρές στάλες δάκρυα μουντζάλωναν το χειρόγραφο συχνά ένα χέρι με μια αιώνια ανανεούμενη πληγή σα να το κάρφωσαν , σαν να το κάρφωναν αιώνια, διάνευε μπροστά μου μέσα στον αγέρα, ένιωθα ολούθε γύρα μου, όσο έγραφα, την αόρατη παρουσία. Γιατί για μένα ο Άγιος Φραγκίσκος είναι το πρότυπο του στρατευόμενου ανθρώπου, που με ακατάπαυστο σκληρότατον αγώνα κατορθώνει κι επιτελεί το ανώτατο χρέος του ανθρώπου, ανώτερο κι από την ηθική κι από την αλήθεια κι από την ωραιότητα: να μετουσιώνει την ύλη που του εμπιστεύθηκε ο Θεός και να την κάνει πνέμα.


ένιωθα ολούθε γύρα μου, όσο έγραφα, την αόρατη παρουσία.

Η τέχνη έχει αυτό το δικαίωμα όχι μονάχα το δικαίωμα, παρά και το χρέος: να υποτάζει τα πάντα στην ουσία.


 - Αρχοντόπουλο μου, είπα, να με συμπαθάς· ένα ήθελα να σε ρωτήσω, ετούτο: τρώς, πίνεις είσαι ντυμένος στο μετάξι, τραγουδάς κάτω από τα παραθύρια, γλέντι η ζωή σου· τίποτα λοιπόν δε σου λείπει;
      Ο νέος στράφηκε απότομα, αναμέρισε βίαια το μπράτσο, να μην τον αγγίξω.
- Τίποτα δε μου λείπει, αποκρίθηκε πεισματωμένος· γιατί με ρωτάς; Δε θέλω να με ρωτούν.
      Έδεσα κόμπο την καρδιά μου.
- Γιατί σε λυπούμαι αρχοντόπουλό μου, αρχοντόπουλό μου, του αποκρίθηκα.
      Ο νέος να το ακούσει, τίναξε με αλαζονεία το κεφάλι:
- Εμένα; Είπε, εσυ;! - και γέλασε.
     Μα σε λίγο, χαμηλώνοντας τη φωνή του:
- Γιατί με λυπάσαι, γιατί; Ρώτησε λαχανιασμένος.
     Δεν αποκρίθηκα.
- Γιατί; Ξαναρώτησε.
     Έσκυψε, με κοίταξε στα μάτια.
- Ποιός είσαι ντυμένος σα ζητιάνος; ποιός; Ποιός σ' έπεψε να με βρεις, εδώ στους δρόμους της Ασίζης τα μεσάνυχτα;
     Αγρίεψε:
- Μολόγα την αλήθεια! κάποιος σε στέλνει, ποιός;
     Και μην παίρνοντας απόκριση:
- Τίποτα δε μου λείπει! έκαμε χτυπώντας το πόδι του στη γης, δε θέλω να με λυπούνται· θέλω να με ζηλεύουν. Ναι, ναι, τίποτα δε μου λείπει!
- Τίποτα; έκαμα, μήτε ο ουρανός;
     Έσκυψε το κεφάλι, σώπασε· και σε λίγο:
- Πολύ αψηλά 'ναι ο ουρανός, δεν τον φτάνω
·καλή 'ναι η γης, περίκαλη, κοντά μου!
- Δεν υπάρχει πράμα πιο κοντά μας από τον ουρανό· η γης είναι κάτω από τα πόδια μας και την πατούμε· ο ουρανός είναι μέσα μας.
     Το φεγγάρι είχε αρχίσει να χαμηλώνει, λίγα άστρα στον ουρανό· ανάρια ακούγονταν κοι καντάδες, όλο πάθος, από τις αλαργινές γειτονιές· ήταν γεμάτος ο νυχτερινός ετούτος καλοκαιριάτικος αέρας μυρωδιές κι έρωτα. Κάτω η πλατεία βουίζε.
- Ο ουρανός είναι μέσα μας, αρχοντόπουλό μου, ξανάπα εγώ.
- Πως το ξέρεις; με ρώτησε και με κοίταξε αλαφιασμένος.
- Πείνασα, δίψασα, πόνεσα - το 'μαθα.

Για ν' ανέβεις στον ουρανό, πήρες φόρα από τον τάφο της Κόλασης.
- Όσο από πιο χαμηλά παίρνεις φόρα, μου ΄λεγες συχνά, τόσο πιο αψηλά μπορείς να φτάσεις.

μπορεί το λοιπόν η αμαρτία να γίνει κι αυτή μονοπάτι που να μας πηγαίνει στο Θεό; Μπορεί κι ο αμαρτωλός να περιμένει σωτηρία;

το να ζητάς το Θεό, αυτό 'ναι ο Θεός!

  • Είπα στη μυγδαλιά: "Αδερφή, μίλησέ μου για το Θεό". Κι η μυγδαλιά άνθισε.



«-Θεέ μου, τέντωσέ με, αλλιώς θα σαπίσω. 
–Θεέ μου, μη με παρατεντώσεις, γιατί θα σπάσω. 
–Θεέ μου, παρατέντωσέ με κι ας σπάσω».

-Πολύ ψηλά 'ναι ο ουρανός, δεν τον φτάνω, καλή 'ναι η γη, περίκαλη κοντά μου. -Δεν υπάρχει πράμα πιο κοντά μας από τον ουρανό. Η γη είναι κάτω από τα πόδια μας και την πατούμε. Ο ουρανός είναι μέσα μας». 

   Εδώ το  Μουσείο Νίκου Καζαντζάκη

Εκδόσεις Καζαντζάκη

Υγ. Πήρα να αντιγράψω τις σημειώσεις μου. Αδύνατον! Υπερβολικά πολλές!