Τετάρτη, 29 Φεβρουαρίου 2012

ΤΟΛΗΣ ΒΟΣΚΟΠΟΥΛΟΣ -ΔΕΝ ΜΕ ΝΟΙΑΖΕΙ

ΔΥΟ ΞΕΝΟΙ.mp4



Επειδή η νύχτα είναι διαρκείας, επειδή δε μεθάει μόνο το αλκοόλ, επειδή τελείωσε η "μπόρεση".

ΜΑΙΡΗ ΧΡΟΝΟΠΟΥΛΟΥ "έκλαψα χθες"



παραγγελιά

Απ' τ' άγραφα




Βρίσκομαι στην Εντατική.

Μαύρο χιούμορ, πρωί πρωί...

Τρέχοντας για τα παιδιά στο δρόμο




Τρέχοντας για τα παιδιά στο δρόμο


Βίντεο της Πρωτοβουλίας δρομέων για την υποστήριξη των δράσεων της ΑΡΣΙΣ για τα παιδιά που δουλεύουν στο δρόμο.
Μουσική Action Ladies.

http://www.running4children.org/

Τρίτη, 21 Φεβρουαρίου 2012

Πολυβραβευμένη, έτσι κι αλλιώς!...

Αντιγραφή!

...οι Αγάπες μου !!! στον Εθνικό Κήρυκα της Νέας Υόρκης!


...μοιάζει να μή χωράνε
στη σκαναρισμένη φωτογραφία του ομογενειακού ΕΘΝΙΚΟΥ ΚΗΡΥΚΑ Νέας Υόρκης
τα βιβλία μου που ... έχει στη βιβλιοθήκη του!!!
Η ευγενική προσφορά της Εφημερίδας μας να παρουσιάσει
ΤΙΜΗΣ ΕΝΕΚΕΝ
εργασία των τελευταίων ετών σε μια ολόκληρη σελίδα του εβδομαδιαίου της ένθετου
ήταν μια ΜΕΓΑΛΗ ΕΚΠΛΗΞΗ για μένα
και ταυτόχρονα ένα ξεχείλισμα
ΕΚΤΙΜΗΣΗΣ και ΑΓΑΠΗΣ!

Κι εγώ, μαζί με τις ...αγάπες μου, τα βιβλία μου,
στη γωνία
πρόσθεσα και τη μεγαλύτερη ως τώρα ΑΓΑΠΗ μας,
τον ενδεκάμηνο εγγονό μας!

Όταν οι δημιουργίες μας έχουν αίσιο τέλος βλέποντας το φως της ημέρας,
κάθε πρωί
ευχαριστώ το Θεό που με αξίωσε να αντικρύζω τη καινούρια μέρα με αισιοδοξία
και



μαζί με το μεγάλο μου ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ
στη μοναδική πολύχρονη ομογενειακή εφημερίδα της Νέας Υόρκης
και στο πανάξιο προσωπικό της,
συμπεριλαμβανομένου κι εκείνου της Αθήνας,
να μου επιτρέψουν να τους προσφέρω το φωτεινό λουλούδι της Άνοιξης
-έστω και της περασμένης ανθοφορίας... τα νέα, ήδη ξεμύτισαν στο κήπο μου-
με όλη μου την Αγάπη!

Πολύ συγκινημένη σας γράφω
κι ΕΥΧΟΜΑΙ ΣΕ ΟΛΟΥΣ
να ξημερώσει πράγματι μια
Ελληνική Ανθοφορία!
Την αξίζουμε, Κόσμε!

Πάντα με την Αγάπη,

συχνά για αλλού ξεκινάμε κι αλλού η ζωή μας πάει

Αποφάσισα να φτιάξω ένα blog…

γράφει: Αντώνης Καρπετόπουλος
O Αντώνης Καρπετόπουλος θα αρθρογραφεί καθημερινά στο sport.gr.
&nsbp; Το πώς το πράγμα θα εξελιχτεί δεν το ξέρει κανείς. Υπόσχομαι μόνο ειλικρίνεια...
Αποφάσισα να φτιάξω ένα blog και να το στεγάσω εδώ στο φιλόξενο Sport.gr των φίλων μου, γιατί τον τελευταίο καιρό έχω προβλήματα ψυχολογικά και δεν το κρύβω.

Κανονικά, αν π.χ ήμουν αμερικάνος, θα έπρεπε να επισκέπτομαι τον ψυχολόγο μου – αλλά την ψυχανάλυση δεν την είδα ποτέ ως θεραπεία.  Δεν έχω ανάγκη από θεραπεία άλλωστε, αφού δεν πρόκειται να γίνω καλά και το ξέρω: αυτό που θέλω είναι κατανόηση.
Η χώρα γκρινιάζει, διαδηλώνει, διαμαρτύρεται, θρηνεί χαμένους μισθούς και κομμένες συντάξεις, απειλεί πολιτικούς με εκλογικά Βατερλό, εξοργίζεται και ψάχνει τρόπους να ξεσπάσει: η δική μου ψυχική ασθένεια ωστόσο δεν έχει να κάνει με κάποιου τύπου οργή – οι οργισμένοι εκτονώνονται.
Εγώ αντιθέτως,  τον τελευταίο καιρό περνάω διαστήματα παρατεταμένης βουβαμάρας, περισυλλογής και σκέψης, διαστήματα χαώδους εσωστρέφειας, τα οποία διαδέχεται ένα ντελίριο. Παραληρώ και θέλω να μοιραστώ μαζί σας τα παραληρήματα μου: ελπίζω να τα βρείτε διασκεδαστικά – ίσως και χρήσιμα.
Οι προηγούμενες εμφανίσεις μου στον ωκεανό του web δεν με ευχαρίστησαν ιδιαίτερα και η ευθύνη είναι δική μου και μόνο. Δεν μετράω ως τέτοιες την καθημερινή αρθρογραφία στη Sportday που βρίσκετε στο site της εφημερίδας. Αυτά είναι κείμενα που προορίζονται για την εφημερίδα, η οποία παραμένει άλλο πράγμα από το web: τα κείμενα δεν γράφονται για το Ιντερνετ, απλά φιλοξενούνται.
Στο web οι εμφανίσεις μου συνδέθηκαν με άλλα site. Στο gazzeta.gr έκανα φίλους, όμως το site ήθελε μια συνεργασία με ποδοσφαιρική θεματολογία και εγώ, επειδή σε αυτό η προτεραιότητά μου ήταν πάντα η εφημερίδα, δυσκολεύτηκα. Συνεργάστηκα μαζί τους με τον πρέποντα επαγγελματισμό, αλλά πολλές φορές φράκαρα, αδυνατώντας να βρω αντικείμενο: δεν ήμουν όσο συνεπής θα ήθελα.
Ένα διάστημα συνεργάστηκα με το Aixmi.gr, του φίλου Χρήστου Παναγιωτόπουλου, που για να τον φέρνω σε δύσκολη θέση τον αποκαλούσα πάντα «αφεντικό». Το κακό στην περίπτωση είναι ότι μας βρήκε η κρίση και εγώ, όταν από τα είκοσι κείμενα που δημοσιεύονταν στο site στα δεκαεννιά διάβαζα για τα spread, το τέλος της μεταπολίτευσης, τα δανεικά κτλ, αισθανόμουν παράταιρος να γράφω για ποδόσφαιρο. Διακόψαμε παραμένοντας φίλοι, όπως τα ζευγάρια που καταλαβαίνουν ότι επειδή ο ένας είναι προβληματικός (εγώ δηλαδή…) το πράγμα δεν οδηγεί πουθενά.
Ανάλογα αμήχανα νοιώθω και με τους φίλους μου στο Insiders του συμπολεμιστή Βασίλη Σαμπράκου. Όταν ο Βασίλης μου εξήγησε την ιδέα, εγώ αντέτεινα ότι θα συνεργαστώ αρκεί να μην γράφω για ποδόσφαιρο: ο Βασίλης δε μου χαλάει χατίρι, αλλά εγώ βλέπω τα κείμενα που γράφω και γελάω με τον εαυτό μου. Σε ένα site απόψεων για τα αθλητικά και μάλιστα σοβαρά τεκμηριωμένων, αν γράφεις για τον Θόδωρο Αγγελόπουλο, τον Αγιο Βαλεντίνο και την γιορτή των Φώτων, οδηγείς τον αναγνώστη στο συμπέρασμα ό,τι έχεις πρόβλημα.
Έχω και θέλω να το μοιραστώ μαζί σας – με το Insiders μια συνεργασία θα μείνει, αλλά η όποια θεραπεία θα γίνει εδώ.
Καιρό τώρα η φίλη Βίβιαν Ευθυμιοπούλου μού έλεγε ότι πρέπει να κάνω ένα blog – δεν άκουγα τις συμβουλές της γιατί είμαι ανάποδος άνθρωπος έπρεπε να το κάνω καιρό τώρα.
Για να υπάρχει στο blog κάποια χρηστικότητα και για να γίνει και μια BLOG JOB δουλειά θα σας πω κάποιους κανόνες:
1) Επικοινωνούμε μαζί με καθημερινές ερωτήσεις – αλλά τα κείμενά σας θέλω να είναι μικρά για να χωράνε και να μην περιέχουν λατινικά ψηφία.
2) Κάποιες από τις ερωτήσεις θα τις οπτικοποιούμε και θα τις βλέπετε σε video.
3) Στο Blog μπορείτε να βρείτε κάποια κείμενα που έχω γράψει σε εφημερίδες και που μου ζητάτε συχνά: να εκτιμήσετε ότι τα έψαχνα και τα βρήκα – μου πήρε ένα Σαββατοκύριακο. Αν θέλετε άλλα να μου το ζητήσετε: κάτω από τα καθημερινά κείμενα θα βρείτε μια φόρμα επικοινωνίας.
Από τη μεριά μου υπόσχομαι αναρτήσεις κειμένων σχεδόν καθημερινά, αλλά όχι πάντα με ποδοσφαιρικές αναφορές. Θέλω να σας γράψω για ταινίες, σειρές, θεατρικές, παραστάσεις, βιβλία, πίνακες ζωγραφικής που λατρεύω, τραγούδια κυρίως λαϊκά.
Θέλω να σας γράψω και πολιτικά αλλά όχι από αυτά με τα οποία έχει γεμίσει ο τόπος. Κυρίως να σας πω ιστορίες που δεν μπορώ άλλο να κουβαλάω μέσα μου. Το πώς το πράγμα θα εξελιχτεί δεν το ξέρει κανείς και φυσικά ούτε κι εγώ: οι εκπομπές, οι στήλες, οι συνεργασίες αποκτούν μια παράξενη δική τους αυτονομία – συχνά για αλλού ξεκινάμε κι αλλού η ζωή μας πάει. Υπόσχομαι μόνο ειλικρίνεια...

Στείλτε τις ερωτήσεις σας εδώ



Χάρηκα και του έγραψα:

Αντώνη, χαίρομαι πολύ γι' αυτή την εσωτερική σου εσωστρέφεια! Επιτέλους, θα έχω λόγο να σε παρακολουθώ κι εγώ, κι όχι μόνο οι άντρες μου! Να θυμάσαι να μιλάς και για την Ζαγορά, γιατί, αν όχι εσύ, τότε, ποιος; Εύχομαι αυτή η ανάγκη να σε οδηγήσει σε ποιο αληθινούς κύκλους της ζωής που μοιάζουν με την μπάλα, μόνο στο σχήμα... Νοσταλγός του παρελθόντος, Κατερίνα

Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2012

Τα παιδιά της Κατακόμβης - ΒΑΣΙΛΗΣ ΜΗΤΣΑΚΗΣ

Τα παιδιά της Κατακόμβης

ΒΑΣΙΛΗΣ ΜΗΤΣΑΚΗΣ

Εκδόσεις ΣΜΙΛΗ


(ΣΕ ΛΙΓΕΣ ΜΕΡΕΣ ΣΤΑ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΑ)




4. Ο ευνοούμενος

Ο Δάσκαλος είχε μιαν απαράβατη συνήθεια: να ερωτεύεται σχεδόν πάντα κάποιον πρωτοετή, έναν απ’ τους καινούργιους, και να του χαρίζει την εύνοιά του. Κι ο κλήρος εκείνη τη χρονιά έπεσε σ’ Αυτόν. Αυτός, μην έχοντας ιδέα γι’ αυτήν την ιδιαιτερότητα του Δασκάλου κι αναζητώντας υποσυνείδητα ένα υποκατάστατο του πατέρα που πάντα τού έλειπε, αγάπησε τον Δάσκαλο σαν πατέρα του, τον έκανε θεό του και τον τοποθέτησε ψηλά σε βάθρο για να μπορεί να τον λατρεύει –όπως ταιριάζει στους θεούς– από απόσταση. Εκστασιαζόταν μπροστά του, όπως όταν ήταν χριστιανόπουλο μπροστά στον Παντοκράτορα, ζωγραφισμένο ονειρικά απ’ τον Γουναρόπουλο ψηλά στον τρού­λο της Αγίας Τριάδος κάθε φορά που εκκλησιαζόταν στο παρεκκλήσι του νοσοκομείου της μεγάλης πολιτείας, ακολουθώ­ντας τον αρχιμανδρίτη ιεροκήρυκα πατέρα Σεβαστιανό, που ήταν κι ο πνευματικός του πατέρας.
Γιατί τούτος ο Δάσκαλος δεν ήταν απ’ τους συνηθισμένους. Ήταν ένας μάγος, ένας θεός. Είχε την ικανότητα να μεταμορφώνεται σε χίλια πρόσωπα και να σε συναρπάζει, να σε ανεβάζει σε άλλες σφαίρες, σφαίρες πρωτόφαντης θεατρικής μαγείας και πνευματικής μεταρσίωσης. Μέσα σε δύο ώρες –δίωρο ήταν σχεδόν πάντα το μάθημά του– μεταμορφωνόταν σε δεκατετράχρονη Ιουλιέτα και την ίδια στιγμή στον Ρωμαίο της, στη συνέχεια στην παραμάνα της κι αμέσως μετά στην υπερευαίσθητη πόρνη Μπλανς Ντυμπουά και μαζί στον γήινο και πρωτόγονο Πολωνό Κοβάλσκι και σε όλες τις ηρωίδες και τους ήρωες του Τεννεσσή Ουίλλιαμς, του Τσέχοφ, του Ίψεν και του Σαίξπηρ, καθώς και σε αμέτρητους άλλους χαρακτήρες, αριστοκράτες και λαϊκούς, νέους και γέρους, πόρνους και αγίους, κωμικούς και δραματικούς. Και σαν τη δασκάλα στα πρωτάκια, αγωνιζόταν και πάσχιζε, συλλαβή τη συλλαβή, λέξη τη λέξη, φράση τη φράση, να μάθει τους μαθητές του να αισθάνονται και να αρθρώνουν, για να μπορέσουν κάποτε να εκπορθήσουν τις πύλες της υποκριτικής τέχνης και να εισχωρήσουν στη μαγεία και στον προορισμό του Θεάτρου, που δεν είναι άλλος από το «να κρατάει έναν καθρέφτη μπροστά στη φύση… Για να αποτυπώνει το μέτρο και τη σοφία της. Χωρίς φυσικά να παραμένει στη φωτογραφική μονοδιάστατη απεικόνισή της, αλλά να προχωράει στο ξαναζωντάμεμά της, αποκαλύπτοντας το τρισδιάστατο της εικόνας, το πολυδιάστατο των χαρακτήρων και της εποχής τους. Κι ακόμα να συλλαμβάνει και να ανασυνθέτει το νόημα που της προσδίδει ο πρωτογενής δημιουργός, ο συγγραφέας, μέσα όμως από την δική του ψυχοσύνθεση και οπτική, μέσα από την ευαισθησία του, τη φαντασία του και την καλλιέργειά του και μέσα από τα ερεθίσματα που δέχεται στο κορμί, στο νου και στην ψυχή του».
Τις ώρες της διδασκαλίας, Αυτός δεν έβλεπε το ανοικονόμητο κορμί του Δασκάλου με το ελαφρύ κύρτωμα στην πλάτη ούτε το τεράστιο στόμα του με τα χαλασμένα δόντια και με τα χοντρά, πάντα μισανοιγμένα και πάντα χαλαρά χείλη, τις σχεδόν πάντα υγρές άκρες του στόματός του· δεν έβλεπε την κρεατοελιά στο μάγουλό του και την πιτυρίδα που χιόνιζε, χειμώνα καλοκαίρι, τον λιγδωμένο γιακά και τους ώμους του μοναδικού μαύρου σακακιού του. Όλα αυτά εξαφανίζονταν ως διά μαγείας στις μεταμορφώσεις του τις ώρες της διδασκαλικής του μυσταγωγίας.
Δεν είχε ούτε μήνα στη σχολή, κι είχε ξεχωρίσει αισθητά ανάμεσα στους συμμαθητές του. Παρακολουθούσε αδιάλειπτα όλα τα μαθήματα υποκριτικής, αυτοσχεδιασμού, ορθοφωνίας, χορού και όλα τα θεωρητικά. Μάθαινε όχι μόνο τους δικούς του ρόλους αλλά και των συμμαθητών του κι έβγαινε έτσι διπλά κερδισμένος. Γιατί, την ώρα που οι συμμαθητές του διδάσκονταν τους ρόλους τους, Αυτός από κάτω σαν ακροατής, χαλαρός και χωρίς το σφίξιμο, το τρακ και την αγωνία του εξεταζόμενου, γνωρίζοντας τους ρόλους τους, αποτύπωνε πιο εύκολα και πιο ουσιαστικά τις παρατηρήσεις, τις διορθώσεις και όλη γενικά τη διδασκαλία του Δασκάλου. Κι όλο αυτό το πολύτιμο υλικό το επεξεργαζόταν το ίδιο βράδυ στο δωμάτιό του.
Αυτόν τον πρώτο καιρό δεν ζούσε παρά μονάχα για τη σχολή και δεν ξοδευόταν σε τίποτε άλλο. Μονάχα τα πρωινά της Κυριακής, πεταγόταν λίγο για ένα ξεμούδιασμα στο γήπεδο του Παναθηναϊκού. Για πρώτη φορά στη ζωή του μίσησε την κυριακάτικη αργία που τον κρατούσε μακριά απ’ την αγαπημένη του σχολή. Αλλά μια και δεν γινόταν να πάει Αυτός στη σχολή, έφερνε τη σχολή στο δωμάτιό του. Γινόταν ο ίδιος Δάσκαλος και μαθητές, αγόρια και κορίτσια. Ήξερε ήδη τους ρόλους όλων απέξω. Για ακροατήριο είχε τους συγκάτοικους της πανσιόν, που λόγω Κυριακής αργίας και απογεύματος βρίσκονταν οι περισσότεροι στα δωμάτιά τους κι απολάμβαναν τον «θεατρικό εσπερινό του», όπως είχε βαφτίσει ο Θόας τα κυριακάτικα θεατρικά του απογεύματα στην πανσιόν. Κι είχε γίνει συνήθεια σε όλους τους ενοίκους και τους κυριακάτικους επισκέπτες τους να παίρνουν θέσεις από νωρίς για να απολαύσουν την πρωτότυπη αυτή παράσταση, που την τέλειωνε πάντα με έναν από τους μονολόγους του Άμλετ, κι όλη η πανσιόν του Αίολου τρανταζόταν απ’ τα χειροκροτήματα και τα μπράβο.
Όλη αυτή η πρωτότυπη παράσταση μπορεί να είχε εξαιρετικό ενδιαφέρον για τους θεατές της και να τους έδινε ιδιαίτερη ευχαρίστηση, ωστόσο Αυτόν τον φόρτιζε με μια υπερδιέγερση που καταστάλαζε σε μελαγχολία και κατάθλιψη, αισθήματα τον κρατούσαν ξάγρυπνο επί ώρες. Τότε έρχονταν και τον έζωναν μαύρες σκέψεις, αμφιβολίες, τύψεις κι ενοχές που εγκατέλειψε το πανεπιστήμιο για το θέατρο, χωρίς να συμβουλευτεί και να ρωτήσει κανέναν και, προπάντων, δίχως να ενημερώσει την ίδια τη μητέρα του, που τον είχε ξορκίσει να κρατηθεί μακριά απ’ αυτό.
Όμως ποιον να ρωτήσει και ποιον να συμβουλευτεί; Σε ποιον να ανοίξει την καρδιά του και να μιλήσει για το θέατρο; Στο μελαχρινό κορίτσι απ’ την πατρίδα με τα μελιτζανιά, τα χοντρά χείλη που σπούδαζε φιλολογία, κι είχε μαζί της μια τρυφερή πλατωνική σχέση; Μα όταν τόλμησε, σε ανύποπτο χρόνο, να της κάνει κάποια νύξη γι’ αυτήν την ανομολόγητη κλίση του, αυτή, σαν δεύτερη μάνα του, τον αποστόμωσε: «Τότε διάλεξε: το θέα­τρο ή εμένα».
Ύστερα, αυτόν τον τελευταίο καιρό ζούσε μόνος του, δίχως φίλους, γιατί όλους τους φίλους του, τους πατριώτες συμμαθητές του που είχαν πετύχει στην Αθήνα σε διάφορες σχολές, και αυτούς που έμεναν σε ακραίες συνοικίες, όπου τα ενοίκια ήταν πιο φτηνά, και τους άλλους, τα παιδιά των αστών, που έμεναν στο κέντρο σε ακριβά δωμάτια και σιτίζονταν στο Παλλάδιο, όλους αυτούς τους είχε κάνει πέρα, ύστερα από την αυστηρή σύσταση-κανόνα που του είχε επιβάλει η δασκάλα του στο μάθημα της ορθοφωνίας: «Αν θέλεις να κάνεις καριέρα στο θέα­τρο, να φας ψωμί δηλαδή, πρέπει να μάθεις να μιλάς σωστά ελληνικά, να προφέρεις δηλαδή όλες τις συλλαβές και να μην τρως τις καταλήξεις, όπως κάνετε στην πατρίδα σου. Για να το πετύχεις αυτό, πρέπει να κόψεις μαχαίρι, όπως ο Μεγαλέξανδρος τον γόρδιο δεσμό, κάθε παρέα και συναναστροφή με τους πατριώτες σου και με τους δικούς σου. Κι ακόμα, αν έχεις φιλενάδα απ’ την πατρίδα σου, παράτησέ την αμέσως κι αντικατάστησέ την με βέρα Αθηναία. Μονάχα έτσι θα μάθεις να μιλάς σωστά».
«Παράτησέ την κι αντικατάστησέ την...» Αυτή η φράση της δασκάλας του τον προβλημάτισε για καιρό. Κι όχι τόσο αυτή καθαυτήν η φράση, όσο η ευκολία και ο κυνισμός με τα οποία ειπώθηκε. «Και τι είναι δηλαδή ένα κορίτσι με σαρκώδη όμορφα μελιτζανιά χείλη», σκεφτόταν, «πουκάμισο είναι να το πετάξεις και να το αντικαταστήσεις με άλλο; Και το θέατρο πάλι, τι είναι; Μινώταυρος που πρέπει να του θυσιάσεις τρυφερές παρθένες για να το εξευμενίσεις;»
Αυτόν τον πρώτο καιρό δεν κατάφερε να γίνει φίλος με κανέναν από τους συμμαθητές του, ούτε καν μ’ αυτούς που είχε «σκηνές» μαζί τους. Τους έβλεπε λίγο πριν απ’ το μάθημα, όπου πήγαινε πάντα πρώτος, και λίγο σε κάποια διαλείμματα, όταν αποφάσισε να βγαίνει στο καπνιστήριο για να μη νομίσουν πως τους σνομπάρει, όπως τον συμβούλεψε ο διπλανός του. Αυτοί περνούσαν από μπροστά του, του πετούσαν ένα βλέμμα, του ’λεγαν δεν του ’λεγαν ένα μασημένο «γεια», μερικοί αντάλλασσαν με το ζόρι μαζί του δυο-τρεις ξερές κουβέντες κι έφευγαν. Στη συνέχεια γίνονταν παρέες πιο πέρα απ’ Αυτόν, πειράζονταν και γελούσαν, ενώ Αυτός έστεκε ολομόναχος σαν ψωριασμένος, να αναρωτιέται τι άραγε να φταίει. Στην αρχή τού πέρασε απ’ το νου πως έφταιγε το ότι δεν κάπνιζε, γιατί, πώς να το κάνουμε, το τσιγάρο είναι ένας συνδετικός κρίκος, πάντα βοηθάει για μια προσέγγιση, για μια πρώτη επαφή. Είναι αλήθεια πως τον πρώτο καιρό που βγήκε στο καπνιστήριο κάποιοι απ’ τους συμμαθητές και τις συμμαθήτριές του τον πλησίασαν και του ζήτησαν άλλες φωτιά κι άλλοι τσιγάρο. Το στερεότυπο όμως «δεν έχω, δυστυχώς δεν καπνίζω» ήταν αποτρεπτικό και δεν έφερε δεύτερη κουβέντα, ούτε προώθησε καμιά επαφή. Έτσι σταμάτησαν να τον πλησιάζουν. Τότε πήγε κι αγόρασε ένα κου­τί σπίρτα και στο διάλειμμα, εκεί που στεκόταν ακουμπισμένος στον τοίχο, στην ίδια πάντα θέση, άναβε από κανένα σπίρτο, το κρατούσε επιδεικτικά αναμμένο και περίμενε να πάνε ν’ ανάψουν τα τσιγάρα τους. Όμως, κανένας και καμιά δεν τον πλησίασε. Έσκυβαν στις παρέες τους κι άναβαν ο ένας απ’ το τσιγάρο του άλλου, ώσπου το αναμμένο σπίρτο τού έκαιγε τα δάχτυλα και το πέταγε στο σταχτοδοχείο με την άμμο. Δεν εγκα­τέλειψε όμως την προσπάθεια και την άλλη μέρα αγόρασε ένα μικρό πακέτο τσιγάρα, Άριστα Ματσάγγου. Το κρατούσε κι αυτό επιδεικτικά ανοιχτό, περιμένοντάς τους να πάνε να του ζητήσουν τσιγάρο και ν’ αρχίσουν κουβέντα μαζί του. Όμως ούτε αυτή η δεύτερη προσπάθειά του έφερε το αποτέλεσμα που προσδοκούσε. Τον πλησίαζαν, έπαιρναν τσιγάρο, του ’λεγαν δεν του ’λεγαν ένα μα­σημένο «ευχαριστώ» και πήγαιναν και το κάπνιζαν στη συντρο­φιά τους. Κι Αυτός απόμενε πάλι μόνος με το πακέτο άδειο και γεμάτος απορία κι ερωτηματικά. Όπως το συνήθιζε, έριξε το φταίξιμο στον εαυτό του. Αυτός έφταιγε για τη συμπεριφορά των συμμαθητών του, Αυτός και κανένας άλλος. Αυτός ο ξένος, ο ουρανοκατέβατος, που ήρθε εκπρόθεσμα στη σχολή και μπήκε σφήνα στην τάξη και τάραξε την ισορροπία της με τη φόρα και τις επιδόσεις του και τους άρπαξε την εύνοια του Δασκάλου, που την εποφθαλμιούσαν και την επεδίωκαν με κάθε τρόπο τα περισσότερα απ’ τα αγόρια. Κάποιοι μάλιστα απ’ αυτούς ένιωθαν πως την άξιζαν δικαιωματικά και πίστευαν πως την είχαν σίγουρη, πριν φυσικά εμφανιστεί Αυτός. Κι έφταιγε ακόμα γιατί Αυτός είχε την πολυτέλεια να μην εργάζεται, ώστε να πηγαίνει πρώτος στη σχολή και να μην κάνει καμιά απουσία σε κανένα από τα μαθήματα, αντίθετα με τους περισσότερους συμμαθητές του που δεν πατούσαν στο μάθημα της ορθοφωνίας, –μολονότι οι μισοί ήταν από την επαρχία και είχαν προβληματική προφορά– και σνόμπαραν το μάθημα του χορού και την κοπανούσαν απ’ τα θεωρητικά, που ήταν συνήθως τις τελευταίες ώρες.
Σίγουρα Αυτός έφταιγε, γιατί όλοι σχεδόν οι συμμαθητές του κι ίσως μερικές συμμαθήτριες εργάζονταν σε δουλειές κουραστικές – κάποιοι μάλιστα δούλευαν σε οικοδομές. Έρχο­νταν για μάθημα στη σχολή κατευθείαν από τις δουλειές τους, τρέχοντας σχεδόν, με την ψυχή στο στόμα κι ένα σάντουιτς στο χέρι, που πολλές φορές δεν προλάβαιναν να το φάνε. Έτσι δεν είχαν το χρόνο που είχε Αυτός για να δουλέψουν τους ρόλους τους, πόσο μάλλον να δουλέψουν και τους ρόλους των συμμαθητών τους, όπως έκανε Αυτός στον μυστικό κι αθέμιτο ανταγωνισμό που με αθωότητα είχε θεσπίσει μόνος του. Κάποιοι απ’ τους επαρχιώτες συμμαθητές του δεν είχαν όχι μόνο το χιλιάρικο το μήνα που είχε Αυτός, αλλά ούτε το βδομαδιάτικο καλάθι με τα τρόφιμα.
Επιπλέον έφταιγε γιατί όταν ο Δάσκαλος τους διέκοπτε πάνω στις σκηνές που δούλευε, και τους μιλούσε για τον συγγραφέα και το έργο του, και ζητούσε τη γνώμη τους σχετικά, θέλοντας να διαπιστώσει τα διαβάσματά τους, τις γνώσεις τους, την καλλιέργειά τους, την κρίση τους και ταυτόχρονα να τους ερεθίσει πνευματικά, μέσα στη γενική μου­γγαμάρα ήταν Αυτός πρώτος που έπαιρνε το λόγο και μιλούσε κι έλεγε πράγματα που έκαναν το πρόσωπο του Δασκάλου να λάμπει από βαθιά ικανοποίηση και κάποιους από τους συμμαθητές του να αλληλοκοιτάζονται με ζήλια και τάσεις συνωμοτικές.
Ωστόσο, υπήρχαν και κάποιοι, κυρίως κοπέλες, που αποτολμούσαν να τον υποστηρίξουν και να ισχυριστούν πως μόνο καλό έκανε, πως με την άμιλλα που επέβαλε με τον ερχομό του στην τάξη πέτυχε το ανέβασμά της. Η πλειονότητα βέβαια ειρωνευόταν αυτόν τον ισχυρισμό και τον κατηγορούσε ως πα­μπόνηρο και κρυψίνου, απόδειξη πως δεν ήξεραν ακόμα από πού τον έφερε ο Δάσκαλος, από πού τους κατέβηκε, γιατί δεν είχε πει σε κανέναν από πού κρατάει η σκούφια του, απλώς διαδόθηκε πως ήταν Θεσσαλός. Έλεγαν ακόμα πως ήταν ένας επιδειξιομανής σπασίκλας, που όλα αυτά τα έκανε βάσει σχεδίου, για να τους αρπάξει την εύνοια του Δασκάλου… Όλα δε τα περί άμιλλας ήταν κουραφέξαλα και μαλακίες, και πολύ σύντομα θα αποδεικνειόταν του λόγου το αληθές.
Πώς θα μπορούσαν, αλήθεια, να ξέρουν όλοι αυτοί οι επικριτές του τι μάχες έδωσε Αυτός με την μητέρα του, το περιβάλλον του και, προπαντός, με τον εαυτό του για το θέατρο. Πώς θα μπορούσαν να ξέρουν οι συμμαθητές του, αυτοί που τον απομόνωσαν κι επέβαλαν και στους άλλους την απομόνωσή του, ότι η παρεξηγήσιμη συμπεριφορά του δεν είχε τίποτα πονηρό και δόλιο σε βάρος τους, ότι προερχόταν από μια βαθύτερη ανάγκη του χαρακτήρα του για παραδοχή και επιβεβαίωση, για το χειροκρότημα και τον έπαινο, σύμφυτα όλα αυτού που λέμε ταλέντο...
Τον τελευταίο καιρό που ο Δάσκαλος του έδινε τον έναν ρόλο μετά τον άλλον και τον σήκωνε σε κάθε μάθημά του, η απομόνωση απ’ τους συμμαθητές του είχε αγγίξει τα όρια της καραντίνας. Του φέρονταν σαν να μην υπήρχε στη σχολή, σχεδόν δεν του μιλούσαν. Κι Αυτός, πέρα από τις όποιες ενοχές του απέναντί τους για την πρόοδό του και τους συχνούς επαίνους του Δασκάλου, κατέληξε στο συμπέρασμα πως οι συμμαθητές του, με τη συγκεκριμένη συμπεριφορά τους, δεν ζητούσαν τίποτε άλλο παρά να πάψει να είναι αυτός που είναι, να πάψει δηλαδή να είναι ο εαυτός του και να γίνει σαν αυτούς. Να πάψει να μελετάει, να πάψει να προχωράει, να πάψει να εξελίσσεται, να μείνει στάσιμος, για να μπορέσουν να τον φτάσουν. Με λίγα λόγια, να διαγράψει τη μέχρι τώρα πορεία του, τις άγιες εμπειρίες του, να πετάξει όλες τις πνευματικές αποσκευές του, που τόσο κοπίασε και μάτωσε για να τις αποκτήσει, και να χαμηλώσει, να κατέβει στο επίπεδό τους, κι όχι να προσπαθήσει να τους ανεβάσει στο δικό του... Αυτό ήταν αποφασισμένος να μην το κάνει ποτέ, με οποιοδήποτε κόστος. Δεν το έκανε τότε, στα δύσκολα χρόνια, τότε που ήταν παιδί ξένο, ορφανό κι απροστάτευτο, και θα το κάνει τώρα που ήταν δυνατός κι ένιωθε ασφαλής κάτω από την σκέπη της εύνοιας του μάγου Δασκάλου; Δεν θα μπορούσε άλλωστε να διανοηθεί να κάνει κάτι τέτοιο ύστερα από τα λόγια-υποθήκες του Δασκάλου με αφορμή το εγκώμιο που έπλεξε στη συμμαθήτριά του την Ελπίδα για τη δουλειά της στο ρόλο της μάνας απ’ τον Ματωμένο γάμο του Λόρκα, που Αυτός, όπως το συνήθιζε, τα ’γραψε στο σημειωματάριό του: «Θα σας βοηθήσω, όσους από σας έχετε δυνατότητες και θέλετε να πάτε μπροστά. Στόχος της δουλειάς μας εδώ είναι να ωθήσουμε ψηλά τους ταλαντούχους και να μπορέσουμε να τραβήξουμε στο ύψος τους τους ασθενέστερους. Δεν θα κατεβάσουμε ποτέ τους ταλαντούχους στο επίπεδο των ασθενέστερων εν ονόματι μιας θεωρητικής και αμφίβολης ισότητας. Αυτό αντίκειται στους νόμους της φύσης και στην εξέλιξη της τέχνης. Και το θέατρο είναι Τέχνη, δεν είναι συνδικαλισμός».
Κι Αυτός, ένας άβγαλτος νεαρός από την επαρχία που δεν είχε κλείσει ακόμα τον κύκλο της εφηβείας, μήτε καν τα δεκαεννιά του χρόνια, που μόλις πριν από μερικούς μήνες, κόβο­ντας έναν γόρδιο δεσμό, είχε δραπετεύσει από τις τάξεις του κατηχητικού και τώρα πάλι κόβοντας έναν δεύτερο γόρδιο δεσμό βρέθηκε ξαφνικά από τα έδρανα του αμφιθεάτρου της Νομικής στο ημιυπόγειο εργαστήρι μια Δραματικής Σχολής θαυμάτων, ευνοούμενος ενός θαυματοποιού Δασκάλου, ήταν φυσικό, αυτόν τον πρώτο καιρό, έτσι γρήγορα που εξελίχθηκαν τα πράγματα, να τα ’χει λίγο χαμένα, να νιώθει κάπως μετέωρος και να δέχεται αδιαμαρτύρητα, σχεδόν παθητικά, την απομόνωση που του είχε επιβληθεί. Μην έχοντας τι άλλο να κάνει, κατέφυγε στη σιωπηλή του περηφάνια. Αγνός κι ανυποψίαστος, αδιαφορούσε για το παρασκήνιο της σχολής και συνέχιζε να απολαμβάνει τα αγαθά της εύνοιας, χωρίς ίχνος αμφιβολίας πως την άξιζε, γιατί πίστευε πως δεν του χαρίστηκε, αλλά την κέρδισε με το σπαθί του, το ταλέντο, τη σκληρή δουλειά και την αφοσίωσή του στη σχολή και στον Δάσκαλο. Έπαιρνε όποιον ρόλο ήθελε σε όλους τους δασκάλους της υποκριτικής και όλοι του διέθεταν τον περισσότερο χρόνο τους. Δούλευε ταυτόχρονα έξι ρόλους, χώρια εκείνους των συμμαθητών του, διάβαζε δύο με τρία θεατρικά έργα την εβδομάδα και δεν είχε χρόνο να ασχοληθεί με τη ζήλια και το φθόνο τους. Βέβαια τα ένιωθε και τα έβλεπε όλα μέσα από την απομόνωσή του, αλλά κάποτε έπαψαν να τον προβληματίζουν, γιατί τα θεωρούσε όλα φυσικό επακόλουθο της άμιλλας και του ανταγωνισμού που υπάρχουν αναπόφευκτα σε μια Δραματική Σχολή, ειδικά στα δύο βασικά μαθήματά της, την υποκριτική και τον αυτοσχεδιασμό.
Τρεις όμως από τους συμμαθητές του, που δεν σκάμπαζαν από άμιλλες και τέτοια και τους ήταν αδύνατο να χωνέψουν που ένα «άκαπνο βλαχαδερό» τους άρπαξε την εύνοια του Δασκάλου, τα βρήκαν μεταξύ τους, συνασπίστηκαν κι άρχισαν να μηχανεύονται τρόπους και κόλπα για να τον βγάλουν από τη μέση, όσο ήταν ακόμα καιρός.
Οι δύο ήταν από τους ομορφονιούς της τάξης• το ’ξεραν και το ’δειχναν. Κυκλοφορούσαν μέσα στην αίθουσα κι έξω στο απαγορευμένο καπνιστήριο σαν τους καθαρόαιμους επιβήτορες στο ράντζο τους, προβάλλοντας φανερά τα εξωτερικά προσό­ντα και τις ιδιαίτερες προθέσεις τους. Το ’βλεπες στο ντύσιμό τους, στα κολλητά μπλουτζίν παντελόνια τους, και το διάβαζες στο πρόσωπο και στο βλέμμα τους.
Ο τρίτος υστερούσε σε εμφάνιση, αλλά υπερτερούσε σε πονηριά και μεθοδικότητα. Αμίλητος, αγέλαστος, αθόρυβος και μουλωχτός, έδειχνε να κατατρύχεται από κάποια έμμονη ιδέα, που για χάρη της είχε καλλιεργήσει τις παραπάνω ιδιότητες, και αδιαφορούσε για όλα τα μαθήματα, εκτός από το μάθημα του Δασκάλου. Καθόταν πάντα απέναντί του, τον κοίταζε συ­νέ­χεια στα μάτια και μαϊμούδιζε τις εκφράσεις του και τα συναισθήματά του. Χαμογελούσε ο Δάσκαλος, χαμογελούσε κι αυτός, θύμωνε ο Δάσκαλος, θύμωνε κι αυτός, έκλαιγε ο Δάσκαλος, έκλαιγε κι αυτός. Κι όλα αυτά στην υπηρεσία της έμμονης ιδέας του, που ο καθένας αντιλαμβανόταν πως δεν ήταν άλλη απ’ το να μπει στην Κατακόμβη με κάθε τρόπο, σαν κομπάρσος, σαν ταξιθέτης, σαν βοηθός ηλεκτρολόγου ή φωτιστή, με στόχο να κερδίσει τη συμπάθεια και την εύνοια του Δασκάλου και να γίνει μια μέρα πρωταγωνιστής.
Από τους τρεις ήταν ο πιο ατάλαντος και ο πιο επικίνδυνος. Γιατί οι καθαρόαιμοι επιβήτορες είναι ευανάγνωστοι, τους διαβάζεις και παίρνεις τα μέτρα σου· ενώ τα μουλωχτά ανθρωπάκια είναι απρόβλεπτα και γι’ αυτό πιο εγκληματικά.
Και τι σύμπτωση! Οι δύο επιβήτορες ήταν κι αυτοί από την «αγία» επαρχία ενώ ο τρίτος Πειραιωτάκι. Είχαν και οι τρεις από έναν άγιο στο τοπωνύμιο της καταγωγής τους. Ο πρώτος ήταν απ’ τον Άγιο Στέφανο Αττικής, ο δεύτερος από τον Άγιο Γεώργιο Δημητσάνας κι ο τρίτος από τον Άγιο Ιωάννη Ρέ­ντη.
Η ανάληψη δράσης για να τον κάνουν στην μπάντα ήταν πια ζήτημα χρόνου και λεπτομέρειας.

5. Η πρώτη επικοινωνία
Ριγόζινο



Γεννήθηκε στην Ονοχωνιάδα, μια άσημη κωμόπολη στην καρδιά του θεσσαλικού κάμπου, από μητέρα απλή νοικοκυρά και πατέρα σιδηροδρομικό, που μόλις είχε προσληφθεί στους Θεσσαλικούς Σιδηροδρόμους. Όλοι, συγγενείς και φίλοι, καλοτύχιζαν το παιδί κι εύχονταν στον πατέρα να στεριώσει επιτέλους σ’ αυτή τη δουλειά, γιατί τις παρατούσε τη μια μετά την άλλη και δεν στέριωνε σε καμιά.
Ήταν το τρίτο παιδί των γονιών του και το μόνο εν ζωή. Τα άλλα δύο είχαν πεθάνει, ο πρωτότοκος Δημήτρης από ελονοσία και η πανέμορφη Φρειδερίκη από βάσκανο μάτι. Από φόβο μην τριτώσει το κακό, γιατί κι ο παππούς του ο Δημήτρης δεν ζούσε, Αυτόν τον βάφτισαν Αντώνη. Έτσι παρέβησαν το πατροπαράδοτο έθιμο που θέλει το πρώτο αγόρι του ζευγαριού να παίρνει το όνομα του παππού του, για να διαιωνίζεται το πατρογονικό όνομα. Αυτή η παράβαση χρεώθηκε φυσικά στη μητέρα του και εξόργισε τόσο τη γιαγιά του την Πανδώρα στο χωριό του πατέρα του, που έκανε τις σχέσεις πεθεράς-νύφης ακόμα πιο δύσκολες απ’ ό,τι ήταν πριν απ’ το γάμο, που η γιαγιά Πανδώρα δεν τον ενέκρινε και τον πολέμησε με λύσσα ώς την τελευταία στιγμή.
Νονά του ήταν η γιατρίνα, που έμενε απέναντι απ’ το σπίτι τους και τον λάτρευε σχεδόν πιο πολύ κι απ’ τα εγγόνια της, που τύχαινε να ’ναι όλα κορίτσια. Απ’ την ημέρα που γεννήθηκε, οι γονείς του έτρεμαν και λαχταρούσαν γι’ Αυτόν, μην τους πάθει τίποτα και τον χάσουν. Τον ντάντευαν, τον έπαιζαν κι όλο μ’ Αυτόν ασχολούνταν. Ο πατέρας του τού κουβαλούσε απ’ τον Σιδηροδρομικό Συνεταιρισμό και του πουλιού το γάλα, σοκολατάκια, σταφίδες, τετράδια ιχνογραφίας, χρωματιστά μολύβια και μολυβένια στρατιωτάκια. Και η μητέρα του τον νανούριζε τα βράδια με ποιήματα, δημοτικά τραγούδια και νυφιάτικα μοιρολόγια:

Μια Παρασκευή κι ένα Σαββάτο βράδυ
Μάνα μ’ με, καλέ, μάνα μ’ με ’διωχνε...

Όταν ξέσπασε ο πόλεμος, ήταν δεν ήταν τεσσάρων χρονών, και η πρώτη εικόνα που καταγράφηκε στη μνήμη του ήταν ένα δειλινό στην πλατεία της Αγίας Παρασκευής, απέναντι απ’ το σπίτι του, να χοροπηδάει μαζί με άλλους μικρούς και μεγάλους και να ξελαρυγγιάζεται: «Πήραμε την Κορυτσά, πήραμε το Τεπελένι!». Και λίγο καιρό μετά, στο υπόγειο καταφύγιο του διπλανού ξενοδοχείου, να χώνεται λαχταρισμένος στην αγκαλιά της μάνας του και να βουλώνει τ’ αυτιά του με τα χεράκια του για να μην ακούει τα γερμανικά στούκας που βομβάρδιζαν τον σιδηροδρομικό σταθμό, όπου σκοτώθηκε ο σταθμάρχης με την κόρη του και στρατιώτες που γύριζαν με το τραίνο από την Αλβανία.
Ένα ήρεμο δειλινό, ο πατέρας του αργούσε πολύ να γυρίσει στο σπίτι απ’ τη δουλειά του. Η μητέρα του δίπλα στο παράθυρο μπάλωνε τα ρούχα του και κάθε τόσο έριχνε ανήσυχες ματιές κάτω στην πλατεία για να τον δει να ’ρχεται και να ησυχάσει. Κι Αυτός, ριγμένος ολόκληρος πάνω στο ψηλό στρογγυλό τραπέζι, σχεδίαζε κάτι αλλόκοτα πουλιά σαν αερόπλανα στο τετράδιο ιχνογραφίας με τα χρωματιστά μολύβια του. Όταν πήρε να σκοτεινιάζει μες στο δωμάτιο, η μητέρα του σηκώθηκε, άναψε πρώτα την κρεμαστή καντήλα στο εικόνισμα, καθάρισε το λαμπόγυαλο, άναψε τη λάμπα και την πήγε στο τραπέζι πλάι του. «Να μην πάθουν τα μάτια σου», του ’πε, κι έγειρε το πρόσωπό της στο κεφαλάκι του να του φιλήσει τα μαλλιά, αλλά σταμάτησε ν’ αφουγκραστεί κάτι δειλά βήματα που ανέβαιναν την εξωτερική σκάλα που και έμοιαζαν με του πατέρα του.
Ήταν ένας συνάδελφός του, που της έδωσε μουδιασμένα ένα σημείωμα κι έφυγε το ίδιο μουδιασμένα, χωρίς να της πει άλλο τίποτα παρά μονάχα: «Αυτό μου το ’δωσε ο Θανάσης για να σ’ το φέρω». Ψύχραιμη και περήφανη η μητέρα του δεν καταδέχτηκε να τον ρωτήσει τίποτα. Έκλεισε την πόρτα πίσω του και προχώρησε προς τη λάμπα στο τραπέζι ξεδιπλώνοντας το ση­μείω­μα του πατέρα του, που έγραφε: «Δασκαλοπούλα μου...». Πάντα έτσι τρυφερά την προσφωνούσε, όχι γιατί ήταν κόρη δασκάλου, αλλά για να την εξευμενίσει όταν επρόκειτο να κάνει κάτι παρορμητικό ή το ’χε κάνει ήδη, και ήξερε καλά πως δεν θα το ενέκρινε. «Δασκαλοπούλα μου, μην τρομάξεις, φεύγω για το βουνό. Βασανίστηκα πολύ μέχρι να το αποφασίσω, σκεφτόμουνα εσένα και το παιδί, δεν ήξερα πού θα ’πρεπε να σας αφήσω, γιατί οι μέρες που έρχονται θα ’ναι πολύ δύσκολες για όλους. Γι’ αυτό, κλείσε καλά το σπίτι, πάρε το παιδί και σύρτε στο χωριό, στη μάνα μου. Πριν φτάσετε εσείς εκεί, θα ’χω περάσει πρω­τύτερα εγώ και θα τους έχω ενημερώσει να σας περιμένουν. Και μην το κουνήσετε από εκεί, ό,τι κι αν σας συμβεί. Δεν θ’ αργήσω να ’ρθω να σας δω. Σας φιλώ και τους δυο σας. Ο Θανάσης σου. Υ.Γ. Δασκαλοπούλα μου, το παιδί και τα μάτια σου».
Είδε τη μητέρα του να σωριάζεται στην καρέκλα απέναντί του, να γέρνει το μέτωπό της στη γροθιά που κρατούσε το σημείωμά του και να το τσαλακώνει για να το λιώσει. Κι από κείνο το βράδυ Αυτός άρχισε να παρατηρεί τη μητέρα του και να καταγράφει μέσα του κινήσεις, εκφράσεις και εύγλωττες σιωπές της, συνειδητοποιώντας μέρα με τη μέρα πόσο πολύ η μητέρα του αγαπούσε τον πατέρα του κι έκανε πάντα ό,τι της ζητούσε. Μόνο και μόνο για να τον ευχαριστήσει· κι ας μη συμφωνούσε ποτέ μαζί του και σε τίποτα.
Το ίδιο εκείνο βράδυ τον πήρε στο κρεβάτι της και τον κοίμισε με το πιο σπαραχτικό νανούρισμα:

Όταν ήμουνα τριών ετών και πάτησα τεσσάρω,
καλύτερα, μανούλα μου, να με ’δωνες στο χάρο...

Την επαύριο που ήταν Σάββατο, αφού αποχαιρέτησαν τη νονά του κι έκλεισαν καλά το σπίτι, ανέβηκαν στο διπλόκαρο ενός συγχωριανού και συγγενή του πατέρα του, που είχε έρθει στο σαββατιάτικο παζάρι της Ονοχωνιάδας για ψώνια, κι αφού κάνανε μια μικρή στάση στο σπίτι της θείας Βάγιας που ήταν στο δρόμο τους, για να την αποχαιρετήσουν και να της δώσουν τα κλειδιά του σπιτιού τους για ώρα ανάγκης, φτάσανε στο Ριγόζινο, το χωριό του πατέρα του, το δειλινό και μπήκαν με το διπλόκαρο στην απέραντη λιθόστρωτη αυλή, προγκίζοντας κότες, πάπιες, χήνες και περιστέρια. Κι είδαν τη γιαγιά Πανδώρα, τον παππού Ζαρλάγκα και τις δύο δίδυμες κόρες τους να παρατάνε τις δουλειές τους, σκουπίζοντας όπως όπως τα χέρια στην ποδιά τους, να τρέχουν καταπάνω τους, να τους αρπάζουν και τους δυο στην αγκαλιά τους και να μην ξέρουν τι να τους κάνουν και πώς να τους δείξουν τη χαρά τους που έφτασαν επιτέλους κοντά τους.
Αυτή η τόσο εγκάρδια υποδοχή παραξένεψε πολύ τη μητέρα του και την προβλημάτισε ακόμα περισσότερο. Και είχε τους λόγους της. Ο πρώτος ήταν πως με την πεθερά της δεν τα πήγε ποτέ καλά· ο δεύτερος και ουσιαστικότερος πως η τωρινή οικογένεια της γιαγιάς δεν ήταν η πραγματική οικογένεια του πατέρα του, εκτός βέβαια από την ίδια τη γιαγιά, που ήταν πράγματι η μάνα που τον γέννησε. Γιατί μετά την άγρια δολοφονία του πρώτου της άντρα, του παππού του Δημήτρη Καραπάνου, από τον μικρότερο αδερφό του «για μια μπάλα χορ­τά­ρι» –όπως έγραψαν οι εφημερίδες της εποχής συγκλονίζοντας το πανελλήνιο– η γιαγιά Πανδώρα ξαναπαντρεύτηκε και πήρε τον Ζαρλάγκα, τον τωρινό άντρα της, κι έκανε μαζί του τις δίδυμες κόρες, τις μελαδελφές του πατέρα του, την Αθανασία και την Κρυστάλλω, που τώρα έμπαιναν στην εφηβεία κι ετοίμαζαν στον αργαλειό και στα νυχτέρια τα προικιά τους.


Χαρούμενη και συγκινημένη που το έχω στα χέρια μου, έτσι κι αλλιώς!

"ΚΑΛΟΤΑΞΙΔΟ, ΠΟΛΥΤΑΛΑΝΤΕ, ΒΑΣΙΛΗ!"

Υγ. Σκύβω το κεφάλι για τα καλά σου λόγια... "Σ' ευχαριστώ" πολύ που με μετράς στους φίλους!
Νιώθω υπερήφανη, πραγματικά που σε γνώρισα, τόσο εσένα, όσο και την Αμαλία, την εξίσου πολυτάλαντη!
Υγεία, Αγάπη και πάντα ποιοτικές δημιουργίες!


Εργαστήριο υφασμάτινης τέχνης της Χέιντυ Σταθάκη


Κι αυτό ήταν στα κρατούμενά μου για σκανάρισμα.
Πολύ μ' άρεσε!Στο μέλλον... Ποτέ δεν ξέρεις!
Υφασμάτινη τέχνη!

Πεζοπορικές διαδρομές Νοτίου Πηλίου

Πεζοπορικές διαδρομές Νοτίου Πηλίου



Υγ. Κάπου το βρήκα σε φυλλάδιο. Το βρήκα ενδειαφέρον για όσους περπατάνε, κι είπα να το δημοσιεύσω.

Απαντημένο μήνυμα


Την Παρασκευή, μετά την Κάρλα, το βράδυ, στις 20:32, κατέφθασε στο κινητό μου ένα μήνυμα:

"Αύριο Σάββατο 18/2 στο καφέ Αριάδνη (Αναπαύσεως και Καραπατζάκη, Μεταξουργείο στη Νέα Ιωνία) στις 19:00 θα γίνει η μηνιαία συνάντηση bookcrossing του Βόλου. Μαζί μας θα είναι οι συγγραφείς Θανάσσης Χειμωνάς και ο Δημήτρης Σωτάκης σε μία από κοινού παρουσίαση των βιβλίων τους. Σας περιμένουμε με χαρά!"

«Άλλο ένα αναπάντητο από πλευρά μου μήνυμα, στον Χρήστο Σαλάτα», σκέφτηκα από μέσα μου. «Δεν έχει κουραστεί πια να με καλεί, αυτό το παιδί, κι εγώ να μην πηγαίνω;» αναρωτήθηκα. «Σίγουρα τα στέλνει ομαδικά», σκέφτηκα, κι αυτό με ανακούφισε λίγο, εφόσον δεν θα απαντούσα, για άλλη μια φορά.

Αφήνοντας στην θέση του το κινητό, πάλι, χαμογέλασα στον εαυτό μου. «Ψυχοσάββατο αύριο, δεύτερη ελεύθερη μέρα της Σταχτοπούτας, ίσως προλάβω! Να τους πάω κι εκείνα τα βιβλία να τα «πετάξουν», να τους γνωρίσω από κοντά, να προλάβω να τους πω ότι τους αγαπάω, έτσι κι αλλιώς και να γνωρίσω και τους δύο συγγραφείς! Για να δούμε, θα τα καταφέρω;» σκέφτηκα.

Σάββατο απογευματάκι, έτρεχα. Ίσα που προλάβαινα να μάθω κάτι παραπάνω για τους δύο συγγραφείς, να μην είμαι και άσχετη! Πήγα στο γκουγκλ, έψαξα και τα ονόματά τους, μα έγραφε πολλά! Αυτοί  οι άνθρωποι είχαν ιστορία πίσω τους, κι εγώ δεν προλάβαινα να την μάθω! Μπορούσα όμως να τους γνωρίσω!

Έτσι, πήγα «αδιάβαστη», παρόλο που νωρίτερα με είχε διαβάσει και παπάς, μαζί με το στάρι για τις αγαπημένες μου, Φευγάτες ψυχές!

Εκεί, οι κάρτες της μηχανής μου κλωτσούσαν, το ίδιο και η μπαταρία, είχαν δουλέψει πολύ υπερωρία για την Κάρλα, χαμηλός ο φωτισμός, εγώ ντροπαλή καθόμουνα σε μια γωνιά, δεν πήγα άλλωστε, να το παίξω φωτογράφος, (αν και τελικά, δεν ξέφυγα – καθένας στη θέση του; Τελικά, ποια είναι η δική μου… ούτε που ξέρω!) οπότε, ότι τελικά «κράτησα» για ενθύμιο, δεν ξέρω κατά πόσο βλέπεται. Για μένα, αρκεί που ακούγεται! Οι λέξεις είχαν την ουσία! Δυστυχώς, δεν κατέχω να διορθώσω, τουλάχιστον τον φωτισμό! Λυπάμαι, τόσο πολύ! Θα ήθελα να ήταν όλα διαφορετικά, μόνο και μόνο, γιατί νοιώθω πως αδίκησα δυο νέους (σε ηλικία) λογοτέχνες και καλλιτέχνες συνάμα που έτυχε να τους γνωρίσω από κοντά! Συγγνώμη, παιδιά! Όσο για την ομάδα, εφόσον είναι του Βόλου, σίγουρα θα τους ξανασυναντήσω στο μέλλον, να ‘μαστε καλά, πρώτα ο Θεός!

Εκεί ήταν ο Διονύσης Λεμονής, ο Σπύρος Μακρυγιάννης, η Μαρία Αρφέ, ο Χρήστος Σαλάτας, η Κατερίνα με την βιβλιολατρεία της, κι άλλοι ωραίοι άνθρωποι που δεν συγκράτησα τα ονόματά τους. Σ’χωράτε με! Σιγά – σιγά, θα τους μάθω κι αυτούς! Πού θα πάει;

Για τα βιβλία και τους συγγραφείς θα σας μιλήσουν τα βιντεάκια μου και το γκουγκλ, εφόσον εγώ δεν πρόλαβα να διαβάσω για το «διαγώνισμα». Το να σας επαναλάβω, ότι ήδη εσείς ξέρετε ή θα ακούσετε, δε λέει! Απ’ ότι διαισθάνθηκα όμως, απ’ την ηχώ των λόγων τους, προφορικών και γραπτών, υπάρχει φλέβα! Βρείτε την! 

Όταν τελείωσε η βιβλιοπαρουσίαση, αφού συστηθήκαμε στα πεταχτά με την ομάδα, (γιατί ο άντρας μου με περίμενε), αγκαλιαστήκαμε ζεστά με τον πρόεδρο, κι αφού μου εκδήλωσε την μεγάλη χαρά του που πήγα – επιτέλους! σε μια τους συνάντηση, με ρώτησε να του πω τη γνώμη μου, «γιατί μετράει», όπως μου είπε και πράγματι με συγκίνησε!

Μπορεί να τον στεναχώρησα λίγο (κι είναι ένα παιδί- έξω καρδιά! Τι να προλάβει κι αυτός; Ότι χτίζει κανείς, θέλει πολύ χρόνο και κόπο κι εγώ τον καταλαβαίνω απόλυτα!), αλλά του είπα ότι ένιωσα ξένη και πολύ άβολα, ως προς την ομάδα (δεν με ήξεραν – δεν τους ήξερα τους πιο πολλούς), ότι ένιωθα άσχημα που ήμουνα τελείως αδιάβαστη για τους καλεσμένους (και να ήθελα, δεν θα προλάβαινα!) κι ότι είναι άδικο να μην κρατούν από μόνοι τους ενθύμια, αυτών των τόσο σημαντικών συναντήσεων! Του εξήγησα για μένα, ότι αναγκάστηκα να κάνω εδώ και καιρό τον φωτογράφο, μόνο και μόνο, γιατί νιώθω πως χάνονται σημαντικές στιγμές που δεν ξαναγυρίζουν, κι ότι θα προτιμούσα να καθόμουνα κι εγώ χαλαρή κοντά τους, να πιω το καφεδάκι μου, να συζητήσω με τους συγγραφείς και την ομάδα, να φιλοσοφήσω κι εγώ με τη σειρά μου, όπως μπορώ, όσο μπορώ… και να μην παιδεύομαι νυχτες ολόκληρες να ανεβάσω τα βιντεάκια!


Δεν ξέρω πως πήρε ο φίλος μου, ο Χρήστος (που είναι και πρόεδρος της ομάδας του Βόλου) τις συμβουλές μου! Νομίζω γλυκά! Ήμουνα «ανοιχτή» και ειλικρινής μαζί του, γιατί εκείνος το ζήτησε. Αλλιώς, δεν είχα λόγο να εκφέρω γνώμη.

Στον Διονύση νωρίτερα, είπα πως δεν μ’ αρέσει ο τρόπος που οι φίλοι κάθονται στα τραπέζια. Ένα Γ ή Π, αν όχι τεχνικά (μετακομίζοντας τις καρέκλες), τουλάχιστον στον τρόπο που κάθονται. Είχα καφενείο κι αυτό το πλάτη με πλάτη, ειδικά στις παρέες με καλεσμένους, δεν ταιριάζει! Ήταν η πρώτη μου φορά που πήγαινα σε μια εκδήλωση και δεν θα είχα δει τα πρόσωπα των καλεσμένων! Άσε το καλάθι μου! Δεν ξανάγινε! Γι’ αυτό και κάποια στιγμή, άφησα τις ντροπές και πήρα ένα καλύτερο πλάνο! Θα έσκαγα! Βέβαια, η παρέα, με την κουβεντούλα τους, δεν πρόλαβε να σκεφτεί το δικό μου πρόβλημα! Πού να ξέρουν, τι ψείρας είμαι!

Χρήστο, εδώ μαμά Κατερίνα! Όταν γυρίσω, θα αναλάβω τις δημόσιες σχέσεις και τα πλάνα! Εντάξει; Κλείσαμε;

Αυτά, εν περιλήψει. Έγραψα τόσα, γιατί πραγματικά με νοιάζει αυτή η ομάδα, γιατί παράγει έργο και ποιότητα κι ας μην κλείνω τόσο στην ιδέα του  boocrossing, όσο στις δωρεές βιβλίων σε Δημόσιες Βιβλιοθήκες, σε Ιδρύματα και σε Σχολεία. Ίσως γιατί τα θεωρώ «άστεγα» και σαν πιο μεγάλη σε ηλικία και πείρα, δεν μ’ ενθουσιάζει η περιπέτειά των ταξιδιών τους, όπως ενθουσιάζει τους νέους, ίσως γιατί πόνεσα πολύ για να γεννήσω πέντε παιδιά (οικονομικά και όχι μόνο) και τρελαίνομαι στην ιδέα πως μπορεί, έστω και ένα να χαθεί!
Όλα αυτά όμως, είναι θέμα συζήτησης για άλλη στιγμή.


Πολύ καθυστερημένα, πάμε στο θέμα μας! Αν και, μέσα ήμουνα! Κατάμεσα!
Θα μου πείτε, γιατί τα έγραψα εδώ, ενώ θα μπορούσα να τα πω "στο αυτί" της ομάδας; Θα σας πω:
γιατί αγαπάω πολύ το βιβλίο και όσους τα γεννάνε!
γιατί εκτιμάω πολύ όσους τα διαβάζουν!
γιατί, ευτυχώς, υπάρχουν πολλές ομάδες, γενικά για το βιβλίο και μπορεί να κάνουν κι άλλοι, τα ίδια λάθη!
Γι’ αυτό!

Φύγαμε να «δούμε» μαζί τα βιντεάκια!
Καλοτάξιδα τα βιβλία σας, παιδιά! Πάντα, «Καλές Εμπνεύσεις» και πολλές καλλιτεχνικές δημιουργίες! Ξέρετε εσείς! Έχετε «υλικά»!

«Καλή συνέχεια, παιδιά, στην ομάδα!» Και μην ξεχνάτε! Δώστε αρμοδιότητες και «σχήμα»! Κι έναν πορτιέρη! Απαραίτητος! Αν μπορέσω, όταν έρθω, θα τ’ αναλάβω κι αυτό! Πώς θα κρατήσετε έναν καινούργιο; Καλά! Εγώ ήμουνα παρούσα και εν απουσία μου, για Χ λόγους! Ένας άλλος;  

Σας "Ευχαριστώ" που με δεχτήκατε στην παρέα σας και σ'χωράτε με, που βρήκα ευκαιρία να πω δυο πράγματα παραπάνω στο θέμα των ομάδων ή παρεών! Ήταν μια ευκαιρία για μένα, γιατί πάνε πολλά χρόνια που παρακολουθώ βιβλιοπαρουσιάσεις, κι ένα μέγα λάθος -όχι απόλυτα εσκεμμένο- οφείλεται στο ότι ο καλεσμένος πάντα μπλέκει σε γνωστά πηγαδάκια και δεν είναι "ανοιχτός" για τον καινούργιο. Έτσι, "χάνει" κα μένει με τους ήδη γνωστούς του! Οπότε, προς τι, το "κάλεσμα";


Για μένα, μήπως τελικά το ελληνικό βιβλίο το "σκότωσαν", αντί να το φέρουν πιο κοντά οι βιβλιοπαρουσιάσεις; Για μένα, το βιβλίο και ο συγγραφέας του είναι για όλον τον κόσμο! Ελεύθερα και δημόσια! Το βιβλίο του πρέπει να κυκολοφορεί από χέρι σε χέρι την ώρα της εκδήλωσης (ας πούμε πέντε- ανάλογα το κοινό) κι ας τσαλακωθούν, ας ξεχαστούν που βρίσκονται, διαβάζοντας, κι ας μην πουληθούν, αν δεν μπορούν να χαριστούν!
Ο δε, συγγραφέας, ή θα είναι στην εξέδρα ή θα κόβει βόλτες ανάμεσα στο κοινό, όχι για να τον γνωρίσουν, αλλά για να γνωρίσει ο ίδιος τους ήδη ή μελλοντικούς αναγνώστες του, κι αν νομίζει ότι δεν μπορεί να ανταπεξέλθει, ας κάτσει σπίτι του, να μιλάνε οι άλλοι για κείνον!

Εδώ είναι το πρόβλημα με μένα, αξιαγάπητη και συμπεθέστατη κυρία Μαρία Αρφέ, στην μικρή συζήτηση που κάναμε! Είναι να το μπορείς το "στήσιμο" και οι βιβλιοπαρουσιάσεις, είναι στήσιμο! Εγώ όταν πρωτοήρθα στο ίντερνετ, πριν έξι χρόνια, πήγαινα για καλάμι, μα είδα πολύ γρήγορα εκατοντάδες αξιόλογους συγγραφείς και κατέβασα τ' αυτιά, κάτω απ' τις φτέρνες! Περισσότεροι απ' την μισή Ελλάδα, γράφουν! Κι εγώ μέσα! Άρα, η καλύτερη διαφήμιση είναι το ίδιο το βιβλίο και το αποτέλεσμα απ' την γνώμη των αναγνωστών, δείχνει και την πορεία του!
Οπότε, γιατί αυτοί οι όροι που βάζουν οι εκδότες; Δεν το καταλαβαίνω!
Είχα πάει μια φορά σε μία βιβλιοπαρουσίαση και βρήκα μια γνωστή μου. Χάρηκα που συναντηθήκαμε σε τέτοιους τόπους, αλλά πρόλαβε να με προσγειώσει όταν μου είπε:
"Πες μου! Ποιος θα μιλήσει; Γιατί με φώναξαν απ' τον.... σύλλογο να τρέξω γρήγορα με την παρέα μου, γιατί δεν έχει κόσμο, κι ήμασταν και στην παραλία!"
Της εξήγησα, αλλά λυπήθηκα τόσο πολύ, γιατί εκείνη, εκείνος, (δεν θα πω γένος) ο, ή η συγγραφέας δεν άξιζε τέτοιου κοινού. Ευτυχώς για κείνον, κείνη, "γράφει" και δεν κρίνετε απ' το αν μια βιβλιοπαρουσίαση δεν μάζεψε κόσμο και φαίνονταν άδειες πολλές καρέκλες!


Τελικά, πρέπει να φτάσεις πολύ χαμηλά ή να είσαι πάντα εκεί, για να δεις τι φταίει και δεν παραμένουν ψηλά συγγραφείς ή καλλιτέχνες που αξίζουν πραγματικά στην εποχή μας!

Μάλλον, αυτό το θέμα, θέλει μεγάλη ανάπτυξη και συζήτηση! Στα υπόψιν! Πράγματι, με σας, έτυχε και την χαίρομαι αυτή την "τύχη", γιατί ανοίγει συζητήσεις, αν όχι με μένα, μεταξύ σας, τουλάχιστον! Τα παιδιά δεν πρόλαβαν να το σκεφτούν πως τα πίσω τραπέζια γέμισαν, κι ήταν αργά πια, για μετακινήσεις... Η βιβλιοπαρουσίαση είχε ήδη αρχίσει!  

Τα βιντεάκια μου θα τα δείτε εδώ 
(Νομίζω πως μου έχει ξεφύγει μία κάρτα, θα δούμε! Αν βρω κι άλλα, θα ενημερώσω την ανάρτηση. )

ΘΑΝΑΣΣΗΣ ΧΕΙΜΩΝΑΣ
Θανάσης Χειμωνάς:"Δεν πιστεύω σε λογοτεχνικές γενιές αλλά σε γενιές ανθρώπων"
Συντάκτης: Ειρήνη Σπυριδάκη   
Κυριακή, 22 Αύγουστος 2010 11:55
ChimonasΟ Θανάσης Χειμωνάς, ένας σύγχρονος συγγραφέας με πλήθος λογοτεχνικών βιβλίων και διακρίσεων στο ενεργητικό του, απαντά στις ερωτήσεις που τού απευθύναμε με λόγο μεστό. Στη συνέντευξη που ακολουθεί, μεταξύ άλλων, ο συγγραφέας αναφέρεται σε λογοτεχνικούς ήρωες των έργων του με τους οποίους συνδέεται ιδιαιτέρως, αναλύει το ρόλο της σύγχρονης λογοτεχνίας και σκιαγραφεί την ιδιαιτερότητα του λογοτέχνη. Περιγράφει τη σχέση του με τη λογοτεχνική κριτική και στέκεται στη δύναμη που έχει το διαδίκτυο να φέρνει σε επαφή τον εκάστοτε λογοτέχνη με το αναγνωστικό του κοινό. Τέλος, ο συγγραφέας δεν παραλείπει να μιλήσει και για τον κοινωνικό ρόλο του σύγχρονου λογοτέχνη?

- Έχετε οικοδομήσει, μέσα από τα μυθιστορήματά σας, πολλούς και διαφορετικούς ήρωες. Με ποιον από αυτούς νιώθετε ότι συνδέεστε περισσότερο και για ποιο λόγο;

Με τον ήρωα του «Ραμόν» γιατί είχα αρκετά κοινά μαζί του την εποχή που το έγραψα και με αυτόν της «Μπλε Ώρας» για προσωπικούς λόγους.

- Ζούμε σε εποχή έντονων ανακατατάξεων και αλλαγών. Ποιος είναι, κατά την άποψή σας ο ρόλος της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας μέσα σε μια πραγματικότητα όπως αυτή που δια μορφώνεται σήμερα;
Ο ρόλος της σύγχρονης λογοτεχνίας (όχι μόνο της ελληνικής) είναι να καταφέρει να δώσει το στίγμα της εποχής, πράγμα εξαιρετικά δύσκολο, αφού σήμερα τα πάντα μεταβάλλονται με φρενήρη ρυθμό και κάτι που τώρα είναι πρωτοποριακό μπορεί μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα να θεωρηθεί παρωχημένο.

- Πώς έχουν παρεισφρήσει οι κινηματογραφικές σας γνώσεις στο χώρο της λογοτεχνικής σας γραφής;
Οι πανεπιστημιακές γνώσεις μου ελάχιστα- άλλωστε σπούδασα κινηματογράφο μόνο για έναν χρόνο. Ο ίδιος όμως ο κινηματογράφος αρκετά, θα έλεγα περισσότερο από την λογοτεχνία. Κάποιοι υποστηρίζουν πως οι διάλογοί μου είναι πολύ κινηματογραφικοί. Το ελπίζω!

- Τι είναι εκείνο που διαφοροποιεί τον λογοτέχνη από τον μη λογοτέχνη;
Ο λογοτέχνης οφείλει να διαθέτει ένα στοιχειώδες ταλέντο στην γραφή και να είναι αποφασισμένος να εκτεθεί. Έτσι απλά.

- Έχετε εντοπίσει περισσότερες λογοτεχνικές συγγένειες του έργου σας με συγγραφείς της γενιάς σας -Έλληνες ή μη- ή με συγγραφείς άλλων εποχών;
Σίγουρα. Λογικό είναι άλλωστε αφού ζω στο σήμερα. Δεν πιστεύω πάντως σε λογοτεχνικές γενιές αλλά σε γενιές ανθρώπων. Οι καιροί αλλάζουν με αποτέλεσμα να αλλάζει και η μορφή κάθε είδους τέχνης.

- Σε ποιο βαθμό σάς επηρεάζει η γνώμη των κριτικών, του τύπου και του αναγνωστικού σας κοινού;
Με ενδιαφέρει πάρα πολύ. Κακά τα ψέματα, όλοι οι συγγραφείς χαίρονται με μια καλή κριτική, με την, όσο δυνατόν πιο μεγάλη, αναγνώριση του κοινού. Ποτέ όμως δεν θα άλλαζα τον τρόπο που γράφω, ακόμη και αν κάποιος μου έλεγε κάτι που θα θεωρούσα σωστό. Θέλω να γράφω όπως νοιώθω εγώ- θεωρώ πως η συγγραφή είναι κάτι αυστηρά προσωπικό.

- Ποιος είναι ο ρόλος του διαδικτύου στη διάδοση όχι μόνο των κειμένων, αλλά και στη διευκόλυνση της επικοινωνίας του σύγχρονου συγγραφέα με τους αναγνώστες του;
Ειδικά τώρα με το Facebook η επικοινωνία του συγγραφέα  είναι πολύ πιο άμεση από πριν. Για μένα αυτό είναι κάτι πολύ θετικό. Ωστόσο, δεν θεωρώ πως το ίντερνετ βοήθησε στην διάδοση των κειμένων μου- ίσως επειδή και εγώ δεν το επεδίωξα.

- Θεωρείτε ότι η ευθύνη του λογοτέχνη περαιώνεται αποκλειστικά μέσα από το συγγραφικό έργο του ή διευρύνεται και στον ευρύτερο κοινωνικό χώρο, όπου ο ίδιος οφείλει να αναλάβει ενεργητική δράση, ως κοινωνικό ον;
Ο λογοτέχνης πρέπει να κρίνεται ως τέτοιος, αποκλειστικά και μόνο μέσα από το συγγραφικό του έργο. Από κει και πέρα κάθε άτομο οφείλει να αναλαμβάνει ενεργητική δράση, είτε είναι συγγραφέας είτε μπετατζής.

- Τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας παρατηρείται συγγραφικός οργασμός. Ποια ανάγκη των σύγχρονων ανθρώπων θεωρείται ότι αντικατοπτρίζει αυτό το φαινόμενο;
Δεν ξέρω αν πρόκειται για ανάγκη. Πάντα οι Έλληνες είχαμε καλλιτεχνικές ευαισθησίες και ?όσο νά ?ναι- είναι πιο εύκολο να γράψεις από το να ζωγραφίσεις ή να γυρίσεις μια ταινία. Πάντως το να εκδίδονται 10.000 βιβλία τον χρόνο σε μια χώρα όπου ελάχιστοι διαβάζουν αποτελεί σίγουρα υπερβολή?

- Αν σας ζητούσαν να κινηματογραφήσετε ένα έργο σας, ποιο θα ήταν αυτό;
-Τα «Σπασμένα Ελληνικά» ή «Η Μπλε ώρα».


Το τελευταίο μυθιστόρημά του με τίτλο «Ραγδαία επιδείνωση» κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πατάκη. Το προφίλ του Θανάση Χειμωνά στο Facebook βρίσκεται στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://www.facebook.com/snob1
πηγή

Δημήτρης Σωτάκης 
Δημήτρης Σωτάκης: "Η λογοτεχνία περισσότερο δημιουργεί, παρά λύνει προβλήματα"
Συντάκτης: Ειρήνη Σπυριδάκη   
Τρίτη, 08 Σεπτέμβριος 2009 23:23
Ευρετήριο Σελίδων
Δημήτρης Σωτάκης: "Η λογοτεχνία περισσότερο δημιουργεί, παρά λύνει προβλήματα"
Επόμενη Σελίδα
Όλες οι σελίδες
sotakis3Πολλοί κριτικοί έχουν κάνει λόγο για την αλληγορική γραφή του και την επιδέξια χρήση των συμβόλων στο έργο του, για την εμμονή του με τον χώρο της φαντασίας, για την υπαρξιακή αγωνία των ηρώων του. Έχοντας ήδη στις συγγραφικές του αποσκευές πέντε βιβλία, ο συγγραφέας Δημήτρης Σωτάκης διαθέτει αναντίρρητα μια χαρακτηριστική αποκλίνουσα ματιά έναντι της σύγχρονης πραγματικότητας, την οποία μάς προσκαλεί να υιοθετήσουμε, ως αναγνώστες του έργου του. Στη συνέντευξη που ακολουθεί, αποτυπώνεται με διαύγεια η ανατρεπτική σκέψη του συγγραφέα όσον αφορά ποικίλες όψεις της λογοτεχνικής έκφρασης, την ίδια στιγμή που στις απαντήσεις του υφέρπει μια λεπτή χιουμοριστική διάθεση που αποδεικνύει ότι ο ίδιος αντιστρατεύεται κάθε μορφής σοβαροφάνεια και διδακτισμό?

- Κυκλοφορήσατε το πρώτο σας βιβλίο σε ηλικία μόλις 24 ετών. Μιλήστε μας για την βιωματική σας σχέση με τη λογοτεχνία και τα ερεθίσματα που σας ώθησαν να εκφραστείτε μέσω του γραπτού λόγου.
Ο γραπτός λόγος είναι τελικά για μένα μια συνειδητή επιλογή να ελιχθώ στο πλαίσιο που καθορίζει η μοναξιά, η επιθυμητή απομόνωση. Η συγγραφή ενός λογοτεχνικού κειμένου αποτελεί μια απόδειξη της δημιουργίας ενός μικρόκοσμου μέσα σε τέτοιες συνθήκες, δηλαδή αντικατοπτρίζει τη δική μου ματιά όταν στέκομαι απέναντι από τους ανθρώπους, ίσως μακριά, σε απόσταση απ? αυτούς.

- Έχετε πολλάκις χαρακτηριστεί ως συγγραφέας του φανταστικού. Πόσο ευδιάκριτα είναι, κατά τη γνώμη σας, τα όρια ανάμεσα στη φαντασία και την πραγματικότητα;
Η πραγματικότητα δεν έχει μεγάλη σημασία στη ζωή ενός ανθρώπου. Συνήθως ένα ρεαλιστικό τοπίο, μια γήινη ζωή που κυλάει με μια ορισμένη κανονικότητα, κοπιάρει κωδικούς, τρόπους, συμπεριφορές, σχηματίζοντας στο τέλος ένα προκατασκευασμένο τοπίο. Η φαντασία απ? την άλλη ακυρώνει αυτή την πραγματικότητα, εκμεταλλευόμενη τις αδυναμίες της. Η φαντασία εμπεριέχει την επιθυμία, το όνειρο, την δραπέτευση από το αυτονόητο, άρα πρόκειται για μια ηδονική, μια απολαυστική διανοητική κατάσταση. Τα όρια είναι σαφή.

- Αρέσκεστε στη χρήση αλληγοριών στα λογοτεχνικά σας έργα. Εξηγήστε μας τους λόγους που επιλέγετε, μέσω της αλληγορικής οδού, να υπαινίσσεστε όψεις της καθημερινής μας ζωής, προβληματίζοντας τους αναγνώστες σας.
Ποτέ δε με έλκυε το χειροπιαστό, η ευθεία πλοκή, η καθαρή χαρτογράφηση μιας ιστορίας. Αυτό που αιωρείται, που αφήνεται μετέωρο είναι πάντα το στοιχείο που με γοητεύει. Η πλοκή στα βιβλία μου είναι απλώς ένα άλλοθι, ένα όχημα για να ειπωθεί αυτό που πρέπει να ειπωθεί, η εξιστόρηση, ακόμη και οι προσωπικότητες των ηρώων είναι μια εύκαμπτη παράμετρος της δουλειάς μου, εκείνο που με αφορά είναι να γίνει αντιληπτή η προδιάθεση που είχα ξεκινώντας τη συγγραφή, το στίγμα.

- Νιώθετε απόλυτα ελεύθερος κατά τη συγγραφή των έργων σας ή μήπως υπάρχουν φορές που αισθάνεστε ότι παρεισφρύουν στο κείμενο, παρά τη θέλησή σας, επιρροές από προγενέστερα αναγνώσματά σας;
Ποτέ δεν είμαστε ελεύθεροι. Δεν μπορώ να είμαι ελεύθερος όταν γράφω, αλλά και όταν ζω τη ζωή μου κάθε μέρα. Στα βιβλία μου δεν παρεισφρύουν αναγκαστικά επιρροές από προγενέστερα αναγνώσματα, αλλά κάθε στοιχείο που βιώνω καθημερινά, αυτό το ανόμοιο ψηφιδωτό που βιώνουμε όλοι μας. Αλλά αυτό δεν έχει ιδιαίτερη σημασία, μιας που η συγγραφή ενός βιβλίου είναι ουσιαστικά το αποτέλεσμα αυτού του ψηφιδωτού, η συνέπεια του πώς φιλτράρει κανείς αυτό που ζει.

- Η συγγραφή ως διαδικασία για εσάς είναι θέμα έμπνευσης ή ωραρίου; Γράφετε άτακτα και μόνο όταν μέσα σας υπερχειλίζει η ανάγκη ή ακολουθείται πιστό καθημερινό πρόγραμμα προσήλωσης στο πληκτρολόγιο;
Γράφω όταν έχω μια ιδέα, την οποία μπορώ να υποστηρίξω γράφοντας. Η λογοτεχνία- με κανέναν τρόπο- δεν αποτελεί για μένα ψυχοθεραπεία, αντίθετα την αντιλαμβάνομαι ως μία απολαυστική αγγαρεία, έναν τρόπο να ακυρώνεις το αυτονόητο με έναν έξυπνο και ευεργετικό τρόπο. Δεν γράφω ποτέ με ωράριο.

- Έχετε σήμερα απαντήσει στο ερώτημα αν η συγγραφή για εσάς αποτελεί επιλογή ή ανάγκη; Υπάρχει κάποιο άλλο επάγγελμα που πιστεύετε ότι θα μπορούσατε να κάνετε;
Είναι, χωρίς δεύτερη σκέψη, επιλογή. Η ανάγκη που προκύπτει, ακριβώς δαμάζεται και καταλαγιάζει με τη διαδικασία της συγγραφής. Θα μπορούσα, αν ήμουν πιο θαρραλέος, πιο ελεύθερος, να ικανοποιώ αυτή την ανάγκη ουρλιάζοντας στους δρόμους ή κάνοντας πειράματα με το ανθρώπινο είδος. Θα μπορούσα να ήμουν χορευτής στα μπαλέτα Μπολσόι με εντυπωσιακή καριέρα, ναι, αυτό θα έκανα.


sotakis1- Στο τελευταίο μυθιστόρημά σας «Το θαύμα της αναπνοής» ο κεντρικός ήρωας «στενο-χωρείται» από τον αυξανόμενο, λόγω της οικονομικής ευμάρειας, όγκο των άχρηστων αντικειμένων που του προκαλούν σταδιακά ασφυξία. Τι συμβολίζουν τα άχρηστα αντικείμενα που συλλέγουμε και ποια βαθύτερη ανάγκη των ανθρώπων ικανοποιεί μια τέτοια σωρευτική συμπεριφορά;
Η συλλογή αντικειμένων φαντάζει στα μάτια μου μια ανόητη διαδικασία. Η σωρευτική συμπεριφορά δεν είναι τίποτα άλλο από μια νοσταλγική διάθεση, μια φθηνή ανασφάλεια ενός ανθρώπου. Ωστόσο, όταν κανείς στενο-χωρείται, όταν παύει να είναι ευέλικτος, αντιδρά, ακόμη και παθητικά, και αυτή η αντίδραση είναι εκπληκτικά ενδιαφέρουσα για έναν παρατηρητή. Ένας άνθρωπος στα όριά του, πιεσμένος, πραγματικό ζώο, αυτό έχει σημασία. 

- Σε μια πρόσφατη συνέντευξή σας δηλώσατε ότι τα θέματα που κυρίως σας απασχολούν είναι «η ?τακτοποίηση? της ζωής ενός ανθρώπου, η τάξη που προσπαθούμε να βάλουμε σε αυτό το χάος και ποιος είναι ο τελικός προορισμός αυτής της θολής μας πορείας». Θεωρείτε ότι η επιλογή μιας τέτοιας θεματολογίας αποτελεί απότοκο του τρόπου με τον οποίο προσλαμβάνετε, ως συγγραφέας, τη σύγχρονη και μόνο πραγματικότητα, ή πιστεύετε ότι η θεματολογία αυτή είναι διαχρονική και αφορά τον άνθρωπο οποιασδήποτε εποχής που βιώνει υπαρξιακό αδιέξοδο, έχοντας απωλέσει τον προσανατολισμό του;
Η τακτοποίηση του χάους που επικρατεί στην ανθρώπινη ψυχή είναι ένα αιώνιο ζητούμενο. Ο προσανατολισμός είναι αλήθεια ότι δεν μπορεί να χαθεί, διότι δεν υπάρχει φυσικά προκαθορισμένος και προδιαγεγραμμένος προσανατολισμός. Η θεματολογία μου αντλείται από τις ανησυχίες μου για όσα μπορώ να δω.

- Στην ίδια συνέντευξη έχετε ευθαρσώς καταθέσει ότι ασχολείστε και ανησυχείτε συνεχώς για τον εαυτό σας. Σας φοβίζει ή σας δελεάζει η σκέψη ότι ένας συγγραφέας που παραδέχεται δημόσια κάτι τέτοιο, θα πρέπει με μεγαλύτερο κόπο να πείσει στη συνέχεια ότι το έργο του έχει να πει πράγματα που ενδιαφέρουν εκτός από τον ίδιο και τους αναγνώστες;
Δεν μπορείς να πεις στους αναγνώστες τίποτε πέρα από όσα απασχολούν τον εαυτό σου. Όσα με ανησυχούν, ανησυχούν με κάθε τρόπο και τους υπόλοιπους, μιας που βρίσκομαι στον ίδιον φυσικό και διανοητικό τόπο με τους αναγνώστες. Δεν έχω πρόθεση να καταβάλλω κόπο.

- Πιστεύετε ότι η λογοτεχνία και γενικότερα η τέχνη μπορεί να συγκροτήσει μια εναλλακτική πρόταση σκέψης και δράσης, απευθυνόμενη στον άνθρωπο που βιώνει μια συγκεχυμένη εξωτερική και εσωτερική πραγματικότητα σήμερα;
Σε καμία περίπτωση. Η λογοτεχνία περισσότερο δημιουργεί, παρά λύνει προβλήματα και βέβαια δεν είναι τρόπος σκέψης. Επίσης δεν είναι δράση. Σίγουρα σε βουλιάζει ακόμη περισσότερο στην απελπισία σου. Σε μια εξαιρετική ωστόσο απελπισία.

- Πως σχολιάζετε τη μαζικά εκφραζόμενη - ιδίως τα τελευταία χρόνια - επιθυμία πολλών ανθρώπων να συγγράψουν και κυρίως να εκδώσουν κάποιο έργο τους;
Είναι μια μεγάλη μπούρδα. Να σταματήσουν κάθε τέτοια προσπάθεια και να ασχοληθούν με το εμπόριο.

- Είστε ένας από τους νέους συγγραφείς που διατηρούν μια ενημερωμένη διαδικτυακή ιστοσελίδα, καθώς και λογαριασμό στο facebook. Πιστεύετε ότι το μέλλον της λογοτεχνίας βρίσκεται στα ηλεκτρονικά βιβλία ή οι αναγνώστες θα παραμείνουν εραστές της μυρωδιάς του χαρτιού;
Δεν πιστεύω στο μέλλον των ηλεκτρονικών βιβλίων. Το χαρτί έχει μυρωδιά, ατμόσφαιρα, ερωτισμό και χαρά, απέναντι στο ανοργασμικό ηλεκτρονικό μέσο. Σίγουρα το βιβλίο, σε φυσική μορφή, θα παραμείνει ως έχει.


Περισσότερες πληροφορίες για το έργο του Δημήτρη Σωτάκη είναι διαθέσιμες στον δικτυακό τόπο www.dimitrissotakis.gr καθώς και στη σελίδα του στο Facebook - Το τελευταίο του μυθιστόρημα με τίτλο «Το θαύμα της αναπνοής» κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Κέδρος.
πηγή

Υγ. Και κοίτα να δεις, πώς έκατσε! Αδίκησα αυτά τα "ωραία" παληκάρια, ακόμα και στην ανάρτηση!Χρωστάω διορθώσεις, παιδιά, γιατί έχετε βιογραφικό ισχυρό κι εγώ δεν σκότωσα ποτέ μου, ούτε τους ανίσχυρους! Μόλις... ξασκαλώσουμε λιγάκι, κι αποκτήσω λεφτά, θα τα πάρω τα βιβλία σας! Να 'μαστε μόνο, καλά!

Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2012

ΚΑΡΛΑ - ΚΑΝΑΛΙΑ: Χειμώνας. Έλλειπαν τα πουλιά, μα κελάηδησαν παιδιά!


ΚΑΡΛΑ - ΚΑΝΑΛΙΑ: Χειμώνας. Έλλειπαν τα πουλιά, μα κελάηδησαν παιδιά!

Το τηλέφωνο χτύπησε, και μια φιλική αντρική φωνή μου έλεγε:
«Κατερίνα, την Παρασκευή στο Μουσείο μας γίνεται μία εκδήλωση που αφορά το μεγαλύτερο περιβαλλοντικό έργο για την Λίμνη Κάρλα. Θα έρθουν επίσημοι φορείς του τόπου μας, θα έρθει και ο Περιφερειάρχης Θεσσαλίας κύριος Αγοραστός, θα έρθουν και τέσσερα λεωφορεία με μαθητές, απ’ όλη την Θεσσαλία. Θα ξεκινήσουμε με μικρή περιήγηση στη Λίμνη, μέχρι την Παλαιόσκαλα, εκεί θα περιμένει για να μας μιλήσει ο κύριος Τουφεξής, (ο αρχαιολόγος που ανακάλυψε στις ανασκαφές του, τον Προϊστορικό Οικισμό του Λιμναίου Πολιτισμού της Παλαιόσκαλας 4,5π.χ) και μετά θα πάμε στο Μουσείο να μας παρουσιάσουν οι μαθητές της περιβαλλοντικής ομάδας τις εργασίες τους και να γίνουν οι σχετικές εισηγήσεις για το καλύτερο της Λίμνης! Θέλεις να ‘ρθεις;»

«Με βρίσκεις δύσκολη στιγμή, Σωτήρη, αλλά…»

Όχι που δε θα πήγαινα! Σιγά μην έχανα την ευκαιρία να δω πως είναι η Λίμνη τον χειμώνα, να δω αν παρέμειναν οι φωλιές των πελαργών στη θέση τους και δεν τις χάλασε η κακοκαιρία, να δω τα τόσο όμορφα Κανάλια, χιονισμένα, να ξαναβρεθώ στον παραμυθένιο κόσμο του Μουσείου, να μάθω από πρώτο χέρι τις εξελίξεις για το ιστορικό της ανασύστασης της Λίμνης και κυρίως, σιγά μην έχανα την μεγάλη ευκαιρία να «χαθώ» ανάμεσα σε τόσα πολλά παιδιά!

Τι να σας πω; Δεν είμαι αρμόδια για να μιλήσω παραπάνω ή να σας παπαγαλίσω θέσεις, απόψεις, προτάσεις, λύσεις ή και λάθη που έγιναν στο θέμα της Λίμνης Κάρλας. Υπάρχουν ειδικοί άνθρωποι που ξέρουν, προτείνουν, συζητούν, αποφασίζουν και είμαι σίγουρη πως αν εκείνοι συνεργαστούν όλοι μαζί, μπορούν να καταφέρουν τα καλύτερα!

Εγώ, αν και χειμώνας, (τα δέντρα γυμνά, η λίμνη χλωμή με ελάχιστα πουλιά, ίσως και ψάρια, οι λίγες αγελάδες στα χαμένα και μάλιστα με σκουλαρίκι, οι φωλιές των πελαργών άδειες, ευτυχώς, αρκετές στη θέση που τις είχαν αφήσει οι πελαργοί, το χωριουδάκι έρημο με δυο τρία μαγαζάκια, άδεια, μετρημένοι, ρυτιδιασμένοι παππούδες είχαν σταθεί όρθιοι κάτω απ’ την πλατεία και κοίταζαν με απορία και έβλεπαν σαν σε παρέλαση, αυτό το σμήνος παιδιών που κατέφθασε στο χωριό τους) κατάθλιψη θα πάθαινα, πιστέψ’ τε με, αν δεν μου έδειχναν με την παρουσία τους την Άνοιξη που έρχεται στα μέρη μας, αυτό το μεγάλο τσούρμο χαμογελαστών και ελπιδοφόρων παιδιών! 

Χειμώνας, ναι. Στην Λίμνη και στα Κανάλια μπορεί να έλειπαν τα πουλιά, μα κελάηδησαν τόσα παιδιά! Το τιτίβισμά τους άλλα έλεγε στις παρέες τους, μα σε μένα, άλλα έφταναν στ’ αυτιά μου… Ήταν εικόνες απ’ το μέλλον, όμορφες, γεμάτες φύση και ζωή!

Ακόμα και τα λεωφορεία, αν και δεν είχαν φωνή, μιλούσαν…. ¨Κάποτε, θα είμαστε αμέτρητα», μου έλεγαν, κι εγώ χαιρόμουνα, σαν παιδί, χαμένη ανάμεσα σε τόσα παιδιά που όλο «κυρία» και «κυρία» με φώναζαν! 

Τι σκληρά που είναι κι αυτά! « Κατερίνα!» τους έλεγα. Εκεί, αυτά! Όλο και μου θύμιζαν πόσο μεγάλωσα, ενώ μαζί τους το είχα ξεχάσει… Μα, «πώς να κρυφτείς απ’ τα παιδιά, έτσι κι αλλιώς, τα ξέρουν όλα» που μας τραγουδάει και ο Σαββόπουλος. 

Έτσι, δεν κρύφτηκα… Στάθηκα πίσω τους, γύρω τους και δίπλα τους, σα να ήτανε τα δικά μου παιδιά, σαν μαμά φίλη, που καταλάβαινε πως πεινούσαν, πως θέλουν και το διάλειμμά τους και τον χαβαλέ τους, δεν αντέχουν το πολύ κήρυγμα και την ξύλινη γλώσσα, λίμνες πράσινες θέλουν, με ψαράκια και γοργόνες, θέλουν, πεταλούδες και πουλάκια, θέλουν, μαγαζάκια ν' αγοράσουν  αναμνηστικά δωράκια, θέλουν, να τους μιλάς για αρχαία, ιστορία, μυθολογία, θέλουν, για δράκους που μουγκρίζουν σαν τον Ήταυρο θέλουν, και πολλές ανθισμένες αμυγδαλιές, θέλουν, τα κορίτσια για να τρέχουν κάτω απ’ αυτές, θέλουν,  και τ’ αγόρια να τα κυνηγούν, για να στολίσουν τα μαλλιά των κοριτσιών τους, θέλουν…

Αυτά και άλλα πολλά, "θέλουν" τα παιδιά! Μας «τα είπαν», μας τα ζωγράφισαν, μας τα έδειξαν! 
Το ότι ήθελαν πολλά, το κατάλαβα καλά, όταν είδα με έκπληξη πόσο στριμώχνονταν για να μπούν πρώτοι στο Μουσείο του Λιμναίου Πολιτισμού! Ήταν γι’ αυτά μια ζεστή φωλιά που θα τα ζέσταινε απ’ το κρύο, θα τα «χόρταινε» απ’ την πείνα τους, την σωματική και την πνευματική και κυρίως θα είχαν κι εκείνα λόγο για το μέλλον τους και το φυσικό τους περιβάλλον! 
Ήταν οι μικροί επίσημοι καλεσμένοι, το ήξεραν καλά, απαιτούσαν με τον τρόπο τους την τιμή και την προσοχή όλων μας και δίκιο είχαν! Ήταν όλα τους, τόσο υπερήφανα, τόσο ρομαντικά και τόσο αθώα!

Μη με ρωτάτε για ονόματα παιδιών! Δεν ξέρω. Θα ήθελα να μπορώ να σας τα συστήσω ένα ένα! Δεν είναι εύκολο όμως! Υπολογίστε τέσσερα γεμάτα λεωφορεία! Βόλος, Λάρισα, Καρδίτσα, Τρίκαλα! Συν, τους μαθητές των Καναλίων με τους καθηγητές τους! Αγόρια και κορίτσια! Όμορφα και ζωηρά παιδιά, ανήσυχα πνεύματα, όπως ακριβώς πρέπει για την ηλικία τους! 

Να’ ναι γερά, ευτυχισμένα και επιτυχημένα, εύχομαι, τόσο σ’ αυτά τα ξεχωριστά παιδιά, όσο και στα τα παιδιά όλου του κόσμου! 

Αυτά όμως τα παιδιά, ήταν ξεχωριστά παιδιά, σας λέω! Παραπάνω από μισή Βουλή στον αριθμό, τα είδα όλα να έχουν άποψη και μάτι αφυπνισμένο, για την φυσική και ισορροπημένη ζωή της φύσης και της δικής τους, όπως τα είδα επίσης και πολύ αυστηρά και θυμωμένα για τα λάθη των μεγάλων. Δεν τα ξεγελάς εύκολα τα παιδιά σήμερα, αντιθέτως μάλιστα, εύκολα δηλώνουν πως δεν θα επιτρέψουν σε κανέναν μεγάλο ν’ αποφασίσει γι’ αυτά, χωρίς αυτά! Γι’ αυτό και ήρθαν ενημερωμένα, έτοιμα με τις εργασίες τους, γι’ αυτό και έκλεψαν την παράσταση των μεγάλων! 

160 «Εύγε» από μένα σ’ αυτά τα παιδιά! Κι αν ήταν και παραπάνω, 1000 τα «Εύγε»!

Τα παιδιά τα συνόδευαν οι καθηγητές τους, άξιοι συγχαρητηρίων κι αυτοί, όπως και όλοι οι μεγάλοι! Κι εδώ δεν ξέρω ονόματα. Απογραφέας δεν ήμουνα. Καταγραφέας, ναι! Γι’ αυτό και «μάζεψα» αρκετό υλικό, όπως μπορούσα, όσο μπορούσα, έτσι… Για μένα, περισσότερο.

Άλλωστε, υπήρχαν τόσοι επίσημοι εκεί! Ήταν φωτογράφοι, κάμερες, η ΝΕΤ! Βάλε:
ο Περιφερειάρχης Θεσσαλίας κ. Κωνσταντίνος Αγοραστός, η Δήμαρχος Ρήγα Φεραίου κ. Ελένη Λαίτσου, η Περιφερειακή διευθύντρια  Εκπαίδευσης Θεσσαλίας κ. Κωνσταντία  Πράντζου, ο Περιφερειακός σύμβουλος κ. Γιώργος Καλτσογιάννης , διευθυντές Β’ βάθμιας εκπαίδευσης των Περιφερειακών Ενοτήτων της Θεσσαλίας, εκπρόσωποι φορέων, εκπαιδευτικοί, όπως η κ. Σταματία Μωραίτη – Γκανάτσιου (σύζυγος του προέδρου του ΚΕ.ΜΕ.ΒΟ), ο δημοσιογράφος κ. Δημήτρης Μπάτσιος και  πολλοί άλλοι απλοί άνθρωποι.

Τόσος κόσμος! Κι εγώ μαζί! Πώς χωρέσαμε αλήθεια, όλοι μαζί, μέσα σ’ ένα παλιό Σινεμά που τώρα έγινε ένα ζηλευτό και τόσο «ζεστό» Μουσείο, απορώ!
«Χίλ καλοί χουράν’!» έλεγε η μάννα μου. Πόσο δίκιο είχε! Αν βάλεις και την αγάπη, το μεράκι και τον «αγώνα» που έκαναν τόσα χρόνια οι ιδιοκτήτες του, τότε, θα σου λυθούν όλες οι απορίες, Κατερίνα! Πάμε παρακάτω! 

 Ευτυχώς που συνηθίζω να «κρατάω» τις ανεπανάληπτες και πολύ σημαντικές στιγμές της ζωής μου, και δεν θα χρειαστεί να σας γράψω και τι ακριβώς συζητήθηκε μέσα στο Μουσείο! Θα πηγαίναμε για βιβλίο… Άσε που μου ξέφυγαν και πολλά, γιατί μ’ είχαν παρασύρει τα παιδιά που δεν τα χόρταινα! Ευτυχώς που υπάρχουν και οι εφημερίδες όμως, ΘΕΣΣΑΛΙΑ και ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ, γιατί, αν και δανείστηκα και δεύτερη φωτογραφική μηχανή, ξέμεινα από κάρτες, μπαταρίες, αν και γέμιζα, άδειαζα… (κουβαλούσα και το λαπ τοπ, μαζί μου, αχόρταγη, μια ζωή!)

Παραπάνω είπα για στιγμές «σημαντικές και ανεπανάληπτες»; Πράγματι, ήταν! Να συμπληρώσω και πολύ ευτυχισμένες; Ήταν σα να βρέθηκα στα εγκαίνια μιας νέας, καλύτερης εποχής για τη Λίμνη Κάρλα, για τα Κανάλια, την Μαγνησία και όλη την Θεσσαλία, γενικότερα και ναι, καμαρώνω, γιατί «ήμουνα κι εγώ εκεί»! Κι αυτό, δεν ξεχνάω πως το οφείλω στην φιλία και στην εκτίμηση του Προέδρου του ΚΕ. ΜΕ.ΒΟ, κ. Σωτήρη Γκανάτσιου, στο πρόσωπό μου!
Ευχαριστώ, για την ιδιαίτερη τιμή, κ. Πρόεδρε! Ελπίζω να φανώ άξια αυτής της τιμής του μέλους και της φίλης του ΚΕ.ΜΕ.ΒΟ, ανταποδίδοντας με το «καλάθι» των κοινών αναμνήσεων (φωτογραφίες, βίντεο) αυτής της τόσο ιστορικής ημέρας! Πάντα όμως με τη δική μου ματιά, την παιδική, ρομαντική, τραγουδιστική, ιντερνετική, ξέρεις…

Εύχομαι τα καλύτερα για τη Λίμνη Κάρλα, αλλά και για όλη την Θεσσαλία! Έχουμε, ιδαίτερα τα Κανάλια, ανεκμετάλλευτο φυσικό, αρχαιολογικό, μυθολογικό και ιστορικό θησαυρό και θα πρέπει να τον «εκμεταλλευτούμε» το γρηγορότερο, αλλά και με τον καλύτερο τρόπο! Η αρχή έγινε! Την έκαναν παιδιά κι αυτό είναι γερή βάση!

Η Άνοιξη σε μετρημένες μέρες έρχεται, εύχομαι να έρθει γρήγορα και η Άνοιξη στην αγαπημένη μας Λίμνη Κάρλα! 

Περισσότερα στοιχεία:
Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του έργου «2BPARKS – Δημιουργική Αειφόρος Διαχείριση, Εξειδικευμένο Τοπικό Μάρκετινγκ και Περιβαλλοντική Εκπαίδευση για Προστατευόμενες Περιοχές» με τίτλο «Λίμνη Κάρλα – Οι Μαθητές και Πολίτες του Αύριο Ακούν, Βλέπουν, Συζητούν και Προτείνουν».
Το έργο 2BPARKS υλοποιείται στο πλαίσιο του Ευρωπαικού Προγράμματος MED μέχρι τα μέσα του 2013 με τη συμμετοχή της Περιφέρειας Θεσσαλίας και σε συνεργασία με σημαντικούς εταίρους από την Γαλλία, την Ελλάδα, την Ισπανία, την Ιταλία, την Κύπρο, την Πορτογαλία και την Σλοβενία.
Σελίδες για περισσότερα:

ΜΟΥΣΕΙΟ ΛΙΜΝΑΙΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΚΑΡΛΑΣ - ΚΕ. ΜΕ. ΒΟ
τηλ. και fax: 24210-58659, 24210-22647
Email:kemevo@yahoo.gr
www.boebes-karla.gr
www.mouseiokarlas.gr

Πρόγραμμα MED: www.2bparks.org

Περιφέρεια Θεσσαλίας: www.pthes.gov.gr

















Ολόκληρο το "καλάθι" των αναμνήσεων, θα το βρείτε εδώ:


Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2012

Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Άρθρο του Μίκη Θεοδωράκη προς τη διεθνή Κοινή Γνωμή!

Άρθρο του Μίκη Θεοδωράκη ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΔΙΕΘΝΗ ΚΟΙΝΗ ΓΝΩΜΗ με τίτλο «Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ»
Υπάρχει μια διεθνής συνωμοσία με στόχο την ολοκλήρωση της καταστροφής της χώρας μου. Ξεκίνησαν από το 1975 με στόχο τον νεοελληνικό πολιτισμό, συνέχισαν με την διαστροφή της νεότερης ιστορίας μας και της εθνικής μας ταυτότητας και τώρα προσπαθούν να μας εξαφανίσουν και βιολογικά με την ανεργία, την πείνα και την εξαθλίωση. Εάν ο ελληνικός λαός δεν ξεσηκωθεί σύσσωμος για να τους εμποδίσει, ο κίνδυνος για την εξαφάνιση της Ελλάδας είναι υπαρκτός. Εγώ την τοποθετώ μέσα στα δέκα επόμενα χρόνια. Από μας θα μείνει μόνο η μνήμη του πολιτισμού μας και των αγώνων μας για την ελευθερία.
Ως το 2009 δεν υπήρχε σοβαρό οικονομικό πρόβλημα. Οι μεγάλες πληγές της οικονομίας μας ήταν οι υπερβολικές δαπάνες για την αγορά πολεμικού υλικού και η διαφθορά μιας μερίδας του πολιτικού και του οικονομικο-δημοσιογραφικού χώρου. Όμως και για τις δύο πληγές ήταν συνυπεύθυνοι και οι ξένοι. Όπως λ.χ. οι ΓερμανοίΓάλλοιΆγγλοι και Αμερικανοί, που κέρδιζαν δισεκατομμύρια ευρώ σε βάρος του εθνικού μας πλούτου από την ετήσια πώληση πολεμικού υλικού. Αυτή η συνεχής αιμορραγία, μάς γονάτιζε και δεν μας επέτρεπε να προχωρήσουμε προς τα εμπρός, ενώ προσέφερε πλούτο στα ξένα έθνη. Το ίδιο συνέβαινε και με το πρόβλημα της διαφθοράς. Λ.χ. η Γερμανική Siemens είχε ειδικό κλάδο για την εξαγορά Ελλήνων παραγόντων, προκειμένου να τοποθετήσει τα προϊόντα της στην ελληνική αγορά. Επομένως ο ελληνικός λαός υπήρξε θύμα αυτού του ληστρικού ντουέτου, Ελλήνων και Γερμανών, που πλούτιζαν σε βάρος του.
Είναι φανερό ότι αυτές οι δύο μεγάλες πληγές θα μπορούσαν να αποφευχθούν εάν οι ηγεσίες τωνδύο φιλοαμερικανικών κομμάτων εξουσίας δεν είχαν διαβρωθεί από στοιχεία διεφθαρμένα, τα οποία για να καλύψουν τη διαρροή του πλούτου (που ήταν προϊόν της εργασίας του ελληνικού λαού) προς τα ταμεία των ξένων χωρών, κατέφευγαν στον υπέρμετρο δανεισμό, με αποτέλεσμα το δημόσιο χρέος να φτάσει στα 300 δισ. ευρώ, δηλαδή το 130% του ΑΕΠ (Ακαθάριστου Εθνικού Εισοδήματος).
Με την κομπίνα αυτή οι ξένοι που προανέφερα κέρδιζαν διπλά. Πρώτον από την πώληση των όπλων και των προϊόντων τους. Και δεύτερον από τους τόκους των χρημάτων που δάνειζαν στις κυβερνήσεις και όχι στον λαό. Γιατί όπως είδαμε, ο λαός ήταν το κύριο θύμα και στις δύο περιπτώσεις. Ένα παράδειγμα και μόνο θα σας πείσει. Οι τόκοι του δανείου του ενός δισ. δολλαρίων που έκανε ο Ανδρέας Παπανδρέου στα 1986 από μια μεγάλη ευρωπαϊκή χώρα, έφτασαν στα 54 δισ. ευρώ και ξεπληρώθηκαν τελικά το … 2010!
Ο κ. Γιούνγκερ εδήλωσε προ ενός έτους ότι είχε διαπιστώσει τη μεγάλη αιμορραγία των Ελλήνων από τις υπερβολικές (και αναγκαστικές) δαπάνες για την αγορά πολεμικού υλικού από Γερμανίακαι Γαλλία συγκεκριμένα. Και συμπέρανε ότι έτσι οι πωλητές μας οδηγούν σε βέβαιη καταστροφή. Όμως ομολογεί ότι δεν προέβη σε καμμιά ενέργεια, για να μη βλάψει τα συμφέροντα των φιλικών του χωρών!
Στα 2008 υπήρξε η μεγάλη οικονομική κρίση στην Ευρώπη. Ήταν λοιπόν επόμενο να επηρεαστεί και η ελληνική οικονομία. Εν τούτοις το επίπεδο ζωής, αρκετά υψηλό, ώστε να έχουμε καταταγεί μεταξύ των 30 πλουσιότερων χωρών του κόσμου, έμεινε βασικά το ίδιο. Υπήρξε όμως άνοδος του δημοσίου χρέους.
Όμως το δημόσιο χρέος δεν οδηγεί αναγκαστικά σε οικονομική κρίση. Τα χρέη μεγάλων χωρών όπως λ.χ. οι ΗΠΑ και η Γερμανία υπολογίζονται σε τρισεκατομμύρια ευρώ. Το πρόβλημα είναι εάν υπάρχει οικονομική ανάπτυξη και παραγωγή. Τότε μπορεί κανείς να δανείζεται από τις μεγάλες Τράπεζες με επιτόκιο έως 5%, έως ότου περάσει η κρίση.
Σ’ αυτή τη θέση ακριβώς βρισκόμασταν στα 2009, όταν έγινε η κυβερνητική αλλαγή τον Νοέμβριο και ανέλαβε πρωθυπουργός ο Γ. Παπανδρέου. Για να κατανοηθεί τι σκέπτεται σήμερα ο ελληνικός λαός για την καταστροφική πολιτική του, παραθέτω δύο νούμερα: Στις εκλογές του 2009 το ΠΑΣΟΚ κέρδισε το 44% των ψήφων. Σήμερα τα γκάλοπ του δίνουν 6%.
Ο κ. Παπανδρέου θα μπορούσε να αντιμετωπίσει την οικονομική κρίση (που όπως είπα αντανακλούσε την ευρωπαϊκή) με δάνεια από τις ξένες Τράπεζες και με το σύνηθες επιτόκιο δηλαδή κάτω από 5%. Εάν το έκανε αυτό, δεν θα υπήρχε για τη χώρα μας το παραμικρό πρόβλημα. Το αντίθετο μάλιστα θα συνέβαινε, γιατί βρισκόμασταν σε φάση οικονομικής ανάπτυξης κι έτσι ασφαλώς θα ανέβαινε το βιοτικό μας επίπεδο.
Όμως ο κ. Παπανδρέου είχε ήδη ξεκινήσει τη συνωμοσία του εναντίον του ελληνικού λαού από το καλοκαίρι του 2009, όταν συναντήθηκε κρυφά με τον Στρως Καν, με στόχο να οδηγηθεί η Ελλάδα κάτω από την ηγεμονία του ΔΝΤ. Η πληροφορία για τη συνάντηση αυτή δόθηκε στην δημοσιότητα από τον ίδιο τον πρώην Πρόεδρο του ΔΝΤ..
Για να φτάσουμε όμως έως εκεί, θα έπρεπε να παραμορφωθεί η πραγματική οικονομική κατάσταση στη χώρα μας, ώστε να φοβηθούν οι ξένες Τράπεζες και να ανεβάσουν τα επιτόκια δανεισμού σε απαγορευτικούς αριθμούς. Αυτή η επαχθής επιχείρηση ξεκίνησε με την ψεύτική εκτίναξη του Δημοσίου Ελλείμματος από το 9,2% στο 15%. Για την κακουργηματική αυτή πράξη ο Εισαγγελέας κ. Πεπόνης παρέπεμψε προ 20 ημερών στην Δικαιοσύνη τους κυρίουςΠαπανδρέου και Παπακωνσταντίνου (υπουργό των Οικονομικών).
Ακολούθησε η συστηματική εκστρατεία του κ. Παπανδρέου και του Υπουργού Οικονομικών στην Ευρώπη που διήρκεσε 5 μήνες, κατά την οποία προσπαθούσαν να πείσουν τους ξένους ότι η Ελλάδα είναι ένας Τιτανικός έτοιμος να βυθιστεί, ότι οι Έλληνες είναι διεφθαρμένοι,τεμπέληδες και επομένως ανίκανοι να αντιμετωπίσουν τις ανάγκες της χώρας. Σε κάθε τους δήλωση ανέβαιναν τα επιτόκια, ώστε να μην μπορούμε πια να δανειστούμε, οπότε η υπαγωγή μας στο ΔΝΤ και στην Ευρωπαϊκή Τράπεζα να πάρει τον χαρακτήρα της σωτηρίας μας, ενώ στην πραγματικότητα υπήρξε η αρχή του θανάτου μας.
Τον Μάιο του 2010 υπεγράφη από έναν και μόνο Υπουργό το περίφημο Μνημόνιο, δηλαδή η πλήρης υποταγή μας στους δανειστές μας. Το ελληνικό δίκαιο σ’ αυτές τις περιπτώσεις απαιτεί την ψήφιση μιας τόσο σημαντικής συμφωνίας από τα τρία πέμπτα της Βουλής. Άρα στην ουσία το Μνημόνιο και η Τρόικα που σήμερα ουσιαστικά μας κυβερνούν λειτουργούν παράνομα όχι μόνο για το ελληνικό αλλά και για το ευρωπαϊκό δίκαιο.
Από τότε έως τώρα, εάν τα σκαλιά που οδηγούν στο θάνατό μας είναι είκοσι, έχουμε ήδη διανύσει πάνω από τα μισά. Φανταστείτε ότι με το Μνημόνιο αυτό παραχωρούμε στους ξένους την Εθνική μας Αυτοτέλεια και την Δημόσια περιουσία μας. Δηλαδή Λιμάνια, Αεροδρόμια, Οδικά δίκτυα, Ηλεκτρισμό, Ύδρευση, Υπόγειο και υποθαλάσσιο πλούτο κλπ. κλπ. Κι ακόμα τα ιστορικά μας μνημεία όπως η Ακρόπολη, οι Δελφοί, η Ολυμπία, η Επίδαυρος κλπ. αφού έχουμε παραιτηθεί από όλες τις σχετικές ενστάσεις.
Σταμάτησε η παραγωγή, ανέβηκε στο 18% η ανεργία, κλείσανε 80.000 καταστήματα, χιλιάδες βιοτεχνίες και εκατοντάδες βιομηχανίες. Συνολικά βάλανε λουκέτο 432.000 επιχειρήσεις. Δεκάδες χιλιάδες νέοι επιστήμονες εγκαταλείπουν τη χώρα, που βυθίζεται κάθε μέρα και πιο πολύ σε μεσαιωνικό σκότος. Χιλιάδες πρώην ευκατάστατοι πολίτες ψάχνουν στα σκουπίδια και κοιμούνται στο πεζοδρόμιο.
Στο μεταξύ υποτίθεται ότι ζούμε χάρη στη μεγαλοψυχία των δανειστών μας, της Ευρώπης τωνΤραπεζών και του ΔΝΤ. Στην πραγματικότητα κάθε πακέτο με τα δεκάδες δισ. ευρώ με τα οποία χρεώνεται η Ελλάδα επιστρέφεται ολόκληρο από κει που έρχεται, ενώ εμείς φορτωνόμαστε νέους αβάσταχτους τόκους. Και επειδή υπάρχει η ανάγκη να διατηρηθεί το Κράτος, τα Νοσοκομεία και τα Σχολεία, η Τρόικα φορτώνει τα μεσαία και τα κατώτερα οικονομικά στρώματα της κοινωνίας με υπέρμετρους φόρους, που οδηγούν κατ’ ευθείαν στην πείνα. Γενικευμένη κατάσταση πείνας είχαμε στην αρχή της γερμανικής κατοχής το 1941 με 300.000 νεκρούς σε διάστημα έξι μηνών.Από τότε το φάσμα της πείνας ξανάρχεται στη συκοφαντημένη και δύστυχη χώρα μας.
Αν σκεφθεί κανείς ότι η γερμανική κατοχή μας στοίχισε ένα εκατομμύριο νεκρούς και την ολοσχερή καταστροφή της χώρας μας, πώς είναι δυνατόν να δεχτούμε εμείς οι Έλληνες τις απειλές της κ. Μέρκελ και την πρόθεση των Γερμανών να μας επιβάλουν ένα νέο γκαουλάιτερ… Τη φορά αυτή με γραβάτα…
Και για να αποδείξω πόσο πλούσια χώρα είναι η Ελλάδα και πόσο εργατικός και συνειδητοποιημένος Λαός είναι ο Έλληνας (συνείδηση του Χρέους προς την Ελευθερία και της αγάπης προς την πατρίδα) είναι η εποχή της Γερμανικής Κατοχής από το 1941 έως τον Οκτώβριο του 1944. Όταν τα SS και η πείνα σκότωσαν ένα εκατομμύριο πολίτες και η Βέρμαχτκατέστρεφε συστηματικά την χώρα, έκλεβε την αγροτική παραγωγή και τον χρυσό από τις Τράπεζες, οι Έλληνες έσωσαν από την πείνα τον Λαό με τη δημιουργία του Κινήματος τηςΕθνικής Αλληλεγγύης και δημιούργησαν έναν παρτιζάνικο στρατό 100.000, που καθήλωσε στην χώρα μας 20 γερμανικές μεραρχίες.
Συγχρόνως όχι μόνο κατόρθωσαν οι Έλληνες χάρη στην εργατικότητά τους, να επιζήσουν αλλά υπήρξε και μεγάλη ανάπτυξη της νεοελληνικής τέχνης μέσα στις συνθήκες κατοχής, ιδιαίτερα στους τομείς της λογοτεχνίας και της μουσικής.
Η Ελλάδα επέλεξε την οδό της αυτοθυσίας για την ελευθερία και συγχρόνως της επιβίωσης.
Και τότε μας χτύπησαν αναίτια κι εμείς απαντήσαμε με Αλληλεγγύη και Αντίσταση και επιζήσαμε. Το ίδιο ακριβώς κάνουμε και τώρα με τη βεβαιότητα ότι τελικός νικητής θα είναι ο ελληνικός λαός. Αυτό το μήνυμα στέλνω στην κ. Μέρκελ και στον κ. Σόϊμπλε δηλώνοντας ότι παραμένω πάντοτε φίλος του Γερμανικού Λαού και θαυμαστής της μεγάλης του συνεισφοράς στην Επιστήμη, τηΦιλοσοφία και την Τέχνη και ιδιαίτερα στη Μουσική! Και η καλλίτερη ίσως απόδειξη γι’ αυτό είναι ότι εμπιστεύθηκα το σύνολο του μουσικού μου έργου σε δύο Γερμανούς Εκδότες, τον Schott και το ν Breitkopf, που είναι από τους μεγαλύτερους εκδότες του κόσμου και η συνεργασία μου μαζί τους είναι άκρως φιλική.
Μας απειλούν ότι θα μας εκδιώξουν από την Ευρώπη. Εάν η Ευρώπη δεν μας θέλει μια φορά, εμείς αυτή την Ευρώπη των Μέρκελ – Σαρκοζί δεν την θέλουμε δέκα φορές.
Σήμερα Κυριακή 12 Φεβρουαρίου, ετοιμάζομαι να πάρω μέρος κι εγώ μαζί με τον Μανώλη Γλέζο, τον ήρωα που κατέβασε τη Σβάστικα από την Ακρόπολη δίνοντας έτσι το σινιάλο για το ξεκίνημα όχι μόνο της ελληνικής αλλά και της ευρωπαϊκής αντίστασης ενάντια στον Χίτλερ. Οι δρόμοι και οι πλατείες μας θα πλημμυρίσουν από εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες που θα διαδηλώνουν την οργή τους κατά της κυβέρνησης και της Τρόικα.
Άκουσα χθες τον τραπεζίτη-Πρωθυπουργό στο διάγγελμά του προς τον Ελληνικό Λαό να λέει ότι«έχουμε φτάσει σχεδόν στο μηδέν». Ποιοι όμως μας έφτασαν μέσα σε δυο χρόνια στο ΜΗΔΕΝ; Οι ίδιοι, που αντί να βρίσκονται στη φυλακή, εκβιάζουν τους βουλευτές να υπογράψουν Νέο Μνημόνιο χειρότερο από το πρώτο, που θα εφαρμοστεί από τους ίδιους ανθρώπους και τις ίδιες μεθόδους που μας οδήγησαν στο ΜΗΔΕΝ. Γιατί; Γιατί αυτό επιτάσσει το ΔΝΤ και το Γιούρο Γκρουπ εκβιάζοντάς μας ότι εάν δεν υπακούσουμε, θα οδηγηθούμε στην χρεοκοπία… Εδώ παίζεται το θέατρο του παραλόγου. Όλοι αυτοί οι κύκλοι που ουσιαστικά μας μισούν (ξένοι και Έλληνες) και που είναι οι μόνοι υπεύθυνοι για την δραματική κατάσταση στην οποία οδήγησαν τη χώρα, απειλούν, εκβιάζουν, με σκοπό να συνεχίσουν το καταστροφικό τους έργο, δηλαδή να μας πάνε κάτω από το ΜΗΔΕΝ, έως την οριστική μας εξαφάνιση.
Έχουμε επιζήσει σε πολύ δύσκολες συνθήκες μέσα από τους αιώνες και είναι βέβαιο ότι αν μας οδηγήσουν με τη βία στο προτελευταίο σκαλοπάτι πριν από τον θάνατο, οι Έλληνες όχι μόνο θα επιζήσουν αλλά και θα αναγεννηθούν. Αυτή τη στιγμή έχω αφιερώσει όλες μου τις δυνάμεις στην προσπάθεια να ενωθεί δυναμικά ο ελληνικός λαός. Προσπαθώ να τον πείσω ότι η Τρόικα και τοΔΝΤ δεν είναι μονόδρομος. Ότι υπάρχει άλλη λύση. Κι αυτή είναι να αλλάξουμε ριζικά την πορεία του έθνους μας και να στραφούμε προς την Ρωσία για οικονομική συνεργασία και για τη δημιουργία κοινοπραξιών που θα μας βοηθήσουν στην ανάδειξη του φυσικού πλούτου της χώρας με όρους που θα εξασφαλίζουν το εθνικό μας συμφέρον. Όσο για την Ευρώπη προτείνω να πάψουμε να αγοράζουμε πολεμικό υλικό από την Γερμανία και την Γαλλία. Όπως θα κάνουμε ό,τι είναι δυνατόν, ώστε η Γερμανία να εξοφλήσει τις πολεμικές αποζημιώσεις που μας οφείλει και που σήμερα μαζί με τους τόκους μπορεί να ανέρχονται στα 500 δισ. ευρώ.
Η μοναδική δύναμη που μπορεί να πραγματοποιήσει αυτές τις επαναστατικές αλλαγές είναι ο ελληνικός λαός ενωμένος σε ένα τεράστιο Μέτωπο Αντίστασης και Αλληλεγγύης, ώστε να εκδιωχθεί η Τρόικα (ΔΝΤ και Ευρωπαϊκές Τράπεζες) από την χώρα. Ενώ παράλληλα θα πρέπει να θεωρηθούν ως μη γενόμενες όλες οι παράνομες ενέργειές τους (δάνεια, χρέη, τόκοι, φόροι, αγορές του Δημόσιου πλούτου). Φυσικά οι Έλληνες συνεργάτες τους που έχουν ήδη καταδικαστεί στη συνείδηση του λαού μας ως προδότες, θα πρέπει να τιμωρηθούν.
Στον σκοπό αυτό (της ενότητας του Λαού σε ένα Μέτωπο) είμαι ολοκληρωτικά δοσμένος και πιστεύω ότι τελικά θα δικαιωθώ. Πολέμησα με το όπλο στο χέρι ενάντια στην Χιτλερική κατοχή. Γνώρισα τα μπουντρούμια της Γκεστάπο. Καταδικάστηκα από τους Γερμανούς σε θάνατο και έζησα ως εκ θαύματος. Στα 1967 ίδρυσα το ΠΑΜ, την πρώτη αντιστασιακή οργάνωση κατά της στρατιωτικής χούντας. Πάλεψα στην παρανομία. Πιάστηκα και φυλακίστηκα στο «σφαγείο» της χουντικής Ασφάλειας. Τελικά και πάλι επέζησα.
Σήμερα είμαι 87 ετών και είναι πολύ πιθανόν να μη ζήσω τη σωτηρία της αγαπημένης μου πατρίδας. Όμως θα πεθάνω με τη συνείδησή μου ήσυχη, γιατί εξακολουθώ να κάνω το Χρέος μου απέναντι στα ιδανικά της Ελευθερίας και του Δικαίου ως το τέλος.
Αθήνα, 12.2.2012
Μίκης Θεοδωράκης