Πέμπτη, 11 Ιουνίου 2009

Αν ήταν όλα... αλλιώς Αλκυόνη Παπαδάκη


Αν ήταν όλα... αλλιώς


ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ


ΚΑΛΕΝΤΗΣ


Πολλοί άνθρωποι βολεύονται στη μιζέρια τους. Μοιάζει με την αράχνη η μιζέρια. Πλέκει γύρω σου τον ιστό της κι άντε να ξεφύγεις από κει. Πας να κάνεις ένα βήμα και κολλάς. Ώσπου στο τέλος, νομίζεις πως μόνο εκεί μπορείς να προστατευτείς. Και αφήνεσαι… Η αράχνη, στη συνέχεια, ξέρει πολύ καλά τη δουλειά της.
Σελ. 50

Ήταν όμορφη. Αστραφτερή. Κανένας ήλιος δεν παραβγαίνει στη λάμψη των ματιών ενός ευτυχισμένου ανθρώπου.
Σελ.52

-Με το τίποτα! Με το τίποτα! Θαύμαζε η Κουλίτσα. Κάνεις θαύματα. Πιάνεις κάτι άχρηστο και του δίνεις ψυχή. Τελείως αλλιώτικο έγινε το σπίτι. Σαν… Πώς να το πω… Σαν να χαμογελάνε και τα δοκάρια.
Σελ. 57

Το ύφος του, περισσότερο από τα λόγια του, καρφώθηκε μέσα της σαν λεπτή βελόνα. Λίγο, τη μάτωσε. Αλλά το ‘φερε από δω, το γύρισε από κει, βρήκε ραφάκι στην ψυχή της και το τοποθέτησε. Έτσι έκανε συνεχώς. Όλα τα δικαιολογούσε. Τα ωραιοποιούσε. Τα τύλιγε με σελοφάν και τα στόλιζε με πολύχρωμες κορδέλες.
Σελ. 73

-Δεν είμαι τόσο καλή. Κι αν θες να ξέρεις, δεν υπάρχουν ούτε τόσο καλοί, ούτε τόσο κακοί. Όλοι είμαστε λίγο απ’ όλα. Ανάλογα με το τοπίο, αλλάζουμε μορφή. Κάπως σαν τους χαμαιλέοντες. Κι εμένα το τοπίο μου τώρα είναι πανέμορφο. Και σ’ έχω πάρει κι εσένα μέσα σ’ αυτό. Σου ‘ χω γωνίτσα δικιά σου, να κάθεσαι και ν’ απολαμβάνεις. Δεν είσαι χαρούμενη, Κουλίτσα;
Σελ.74

Αυτή η απεριόριστη δοτικότητα, η υπερπροστασία, την μπούκωνε τη Σαραγώ. Της δημιουργούσε ανία.
Δεν είχε ιδέα η Κουλίτσα για το αλισβερίσι της αγάπης. Για το «δούναι και λαβείν». Νόμιζε πως, όταν αγαπάς, απλώς παραδίδεσαι άνευ όρων. Γίνεσαι σκλάβος. Δεν είχε ιδέα πως η προσφορά, όσο πολύτιμη κι αν είναι, όταν την πετάς χύμα στη μούρη του άλλου, χάνει εντελώς την αξία της.
Πως η αγάπη, για να επιτελέσει το σκοπό της, πρέπει να προσφέρεται σε συσκευασία δώρου.
Σελ. 79

Η Κουλίτσα προσπαθούσε να κοιμήσει τον Φάκο.
Ένα βροχερό βράδυ του Σεπτέμβρη.
-Αυτός ο μήνας έχει πολλή βροχή.
Είπε. Έτσι, για να σπάσει η σιωπή, όπως μάζευε τα πιάτα.
-…
Τι να σπάσει…Είναι κάτι σιωπές που δεν σπάνε ούτε με βαριοπούλα…
Σελ.84

-Σκεπάσου.
-Η ψυχή μου κρυώνει. Ξεπαγιάζει.
Σελ. 85

Κάτι τέτοιες ώρες, καρφίτσωνε πάλι στα όνειρά της χάντρες και πολύχρωμες κορδέλες.
Σελ.115

Όλα κυλούσαν σε μια γκρίζα ατμόσφαιρα. Σε μια συγκατάβαση. Σε μια σιωπή, που σιγά-σιγά σχημάτιζε λάσπη.
Και πάνω στη λάσπη, δεν αφήνει πατημασιές ο χρόνος.
Απλώς, κυλάει…
Πού να βρει τα χνάρια κι η χαρά…Χάνει το δρόμο.
Σελ.118

«Υπάρχουν κάποιες αγκαλιές, Σαραγούλα, που ακούνε…Λίγοι είναι αυτοί που τις συναντούν».
Σελ.125

-Τη μεγαλύτερη χαρά την παίρνω, όχι όταν πουλάω. Όταν καταφέρνω, αυτό που ζωγραφίζω στο χαρτί, να το μεταφέρω στο πανί. Να το αιχμαλωτίζω στις κλωστές μου. Νιώθω σαν να στέλνω ένα μήνυμα στους ανθρώπους. Σαν να τους χαρίζω ένα κομματάκι από την ψυχή μου.
Σελ. 127

Πόσο ξένοι μπορεί να είναι δυο άνθρωποι που μοιράζονται το ίδιο κρεβάτι και πίνουν μαζί τον πρωινό καφέ…
….
Πόσο τραγικά ξένοι! Και συνάμα, τόσο ασφυκτικά γνώριμοι…
Σελ. 129

Ο Γιάνγκος που έπλασε η Σαραγώ, κατ’ εικόνα και ομοίωσή της, είχε πια διαλυθεί.
Το κάδρο μέσα της ήταν κενό.
Να κουβαλάς αδειανή μια βαριά, επίχρυση, σκαλιστή κορνίζα στην ψυχή σου, δεν είναι το πιο εύκολο του κόσμου. Και να μην μπορείς να την πετάξεις. Να τη σπάσεις. Να την παρακάμψεις, έστω.
Στοιχειώνει εκεί, φάτσα κάρτα, για να σε κάνει ν’ αναλογίζεσαι πόσο χρόνο έχασες να την ξεσκονίζεις, πόσα χρώματα ξόδεψες για να ζωγραφίσεις κάποτε το περιεχόμενό της.

Παρ’ όλα αυτά, η σαραγώ δεν ήταν από τους ανθρώπους που σέρνονατι γονατιστοί πίσω από τη μοίρα τους. Είχε κρυμμένη ακόμη μπόλικη χρυσόσκονη, για να πασπαλίζει τα παραμύθια της.
Υπάρχουν τρία είδη ανθρώπων. Αυτοί που ΄σρνονται με τα τέσσερα πίσω από τη μοίρα τους, αυτοί που την πιάνουν από τα κέρατα και την αλλάζουν, με όποιο κόστος, κι αυτοί που απλώς την ακολουθούν, φυτεύοντας όμως σε κάθε σωρό σκατά που συναντούν κι από μία τουλίπα…
Σελ.129

«Αν έχεις μπροστά σου έναν τοίχο», έλεγε στον εαυτό της η Σαραγώ, «το πιο ανόητο είναι να παίρνεις φόρα και να κουτουλάς. Κάθησε κάτω, βολέψου κι άρχισε να προβάλλεις σ’ αυτόν τον τοίχο τα τοπία της δικής σου ψυχής. Έτσι κι αλλιώς, στην ουσία, όλοι είμαστε μόνοι. Μπορεί ν’ ανήκουμε στην αγέλη, αλλά καθένας κοιτάζει το δικό του αστέρι».
(Ή … ξεκοιλιάζει το δικό του θήραμα. Ανάλογα με την περίπτωση…)
Σελ.130

Η Σαραγώ έφερε μαστόρους, έβαψε το σπίτι ροζ παλ και το στόλισε με ακροκέραμα και γύψινες ροζέτες.
-Ωραία το φτιάξατε, κυρία Σαραγώ. Παλατάκι!
Θαύμαζαν οι μαθητευόμενες.
-Γύρω-γύρω τα λουλούδια, μέσα τα υφαντά σας, σαν τεράστιος αμυγδαλανθός μοιάζει τώρα αυτό το σπίτι!
-Πρέπει κάτι να κάνεις, για να καλοδέχεσαι τη ζωή. Να της δίνεις το στίγμα σου. Όταν έπεσα κάποτε στα «βαθιά νερά», χωρίς να ξέρω κολύμπι, ο λόγος που δεν πνίγηκα ήταν γιατί ξεδίπλωσα από μέσα μου, σαν σωσίβιο, τα όνειρά μου. Κάρφωνα το βλέμμα μου στην απέναντι στεριά και χαιρετούσα. Θα φτάσω ως εκεί, έλεγα. Έχω πολλά να κάμω εκεί…
-Είστε μεγάλη δασκάλα, κυρία Σαραγώ. Έχουμε μάθει τόσα πράγματα από σας!
-Δεν είναι τίποτα τόσο εύκολο, κορίτσια. Αλλά χρειάζεται να επιμένεις. Να μη βγαίνεις από το παιχνίδι, ακόμα κι αν δεν ξέρεις τους κανόνες.
-Μα…αν δεν ξέρεις τους κανόνες, σίγουρα θα χάσεις.
-Ο καλός ο παίκτης, αγάπη μου, παίζει κυρίως για τη γοητεία του παιχνιδιού.
Σελ. 141

-«Πρέπει να φανείς αντάξια του λάθους σου», έλεγα πάντα στον εαυτό μου. Και λίγο ως πολύ, τα κατάφερα.

-Ο πατέρας μου έλεγε: «Η αμαρτία πρέπει να κάνει τον κύκλο της, σαν τον ιό. Το κακό να είναι κακό. Το παράνομο να είναι παράνομο. Το λάθος να είναι λάθος. Αν τα καθαγιάζεις όλα, τότε χάνουν τη νοστιμιά τους». Εγώ προσπάθησα να τα καθαγιάσω όλα. Μου στοίχισε πολύ. Το πλήρωσα με την ψυχή μου. Αλλά… κατάφερα να κρατήσω τη νοστιμιά. Αυτό είναι το έπαθλο που μου χρωστάει η ζωή. Αυτό είναι το κατόρθωμά μου. Τίποτ’ άλλο…
Σελ.268

-…Τα ερωτευμένα δελφίνια! Και οι αμυγδαλανθοί… Μάζευα μέσα μου την ομορφιά του κόσμου, όπου τη συναντούσα. Και την πρόβαλλα στην οθόνη της ψυχής μου, οπότε τη χρειαζόμουν. Μ’ αυτή την απλή συνταγή επέζησα, Φάκο.
Σελ.286

-Αν ήταν όλα…αλλιώς, είπες; Χα! Κι εμείς, τότε, ποιοι θα ήμασταν; Οι άλλοι;
Σελ.287


ΥΓ. Τι να πρωτοαντιγράψεις;

Στα βιβλία της Αλκυόνης πάντα με βρίσκω...

Πάντα θα τα σημειώνω...

1 σχόλιο:

Κατερίνα δε. στα. πα. είπε...

Ο/Η Ανώνυμος άφησε ένα νέο σχόλιο για την ανάρτησή σας "Αν ήταν όλα... αλλιώς Αλκυόνη Παπαδάκη":

Για σένα, ανώνυμε:
http://toanoigma.blogspot.gr/2017/04/blog-post_15.html

Φαντάζομαι θα το δεις!