Πέμπτη, 8 Μαρτίου 2012

Παραλήρημα εργαζόμενης γυναίκας

Το βρήκα μαντρωμένο στην "Ποδιά". Ήταν κομμάτι που αφορούσε εργαζόμενη γυναίκα. Γιορτάζει λέει, σήμερα. Να 'ναι καλά, να μαζεύει ρόλους με την θέλησή της, όμως! Εγώ είμαι στη μέση. Ούτε σκλάβα, ούτε άχρηστη.

Γυναίκας παραλήρημα

                                                      Παραλήρημα

Εκείνης της νύχτας                             
Ο Χαρδαβέλας είπε ότι η ώρα είναι μία και δέκα. Άρα, δε χρειάζεται να κοιτάξω το ρολόι. Έβαλα σε μια σειρά τα ξεσπάσματά μου. Διάβασα πιο άνετα αυτά που μου προκαλούσαν γέλιο. Τα γράμματά μου ήταν για κλάματα. Το ξέσπασμά μου όμως για την κάρτα, ήταν για γέλια, αλλά και για κλάματα.

Μ’ αρέσει να γελάω. Έχω ξεχάσει πως γελάνε σ’ αυτή τη δουλειά. Μου έχει σκοτώσει για δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια το κυριότερο δώρο της ζωής που είναι το γέλιο. Πάντα στη μέση ένας διευθυντής και οι αποφάσεις του.
Απ’ τη μια μεριά μια προϊσταμένη λογιστηρίου με τις εντολές της και τα λοιπά της, κι απ’ την άλλη η προϊσταμένη του τμήματος με τις πιο φιλικές εντολές που ίσως αυτές καταπιέζουν περισσότερο.
Εντολές, εντολές και απαιτήσεις και ξεσκίζεσαι και ένα μπράβο δεν ακούς ποτέ, από κανέναν.
Βλέπεις γύρω σου κάποιους να κάθονται, να κάνουν βόλτες, να πηγαίνουν στα μαγαζιά με την άδεια του διευθυντή ή του υποδιευθυντή και είναι συνήθως τα ίδια πρόσωπα.
Βλέπεις άλλους να διαβάζουν εφημερίδα, άλλους να τηλεφωνούν, ίσως και σε ροζ τηλέφωνα αφού έρχονται μεγάλοι λογαριασμοί, κι εσύ Αγγέλα να νιώθεις άσχημα γιατί άργησες να ξυπνήσεις πέντε λεπτά ή γιατί δεν είχε ταξί η πιάτσα. Και να σου λέει η σπαστική  τηλεφωνήτρια «περιμένετε στο ακουστικό σας, ξαναπάρ’ τε αργότερα». Εσύ να τρίβεις την τσίμπλα στο μάτι με το ένα χέρι και με το άλλο να κουμπώνεις το παντελόνι, να σου λέει «έρχεται», να τρέχεις με την ψυχή στο στόμα, να φτάνεις επτά και δέκα ή και τέταρτο στη δουλειά κι ο διευθυντής να σε στέλνει σπίτι σου, χρεώνοντάς σου κανονική άδεια. (Κι άμα βρέχει και πας με το μηχανάκι, να πηγαίνεις και μούσκεμα, να στεγνώνεις εκεί και να φεύγεις με πνευμονία το μεσημέρι, ενώ το έντερο διαμαρτύρεται απ’ το κρύωμα κι εσύ ενώ πονάς να του λες «σταμάτα θα μας ακούσουν, θα τους μυρίσει…» και να τρέχεις στην τουαλέτα, δήθεν να πάρεις νερό, για να αεριστείς… και να λένε οι άλλοι που μετράνε τις διαδρομές -εφόσον περνάω από μπροστά τους- «ρέγκες έφαγε αυτή και διψάει μες τον χειμώνα»;)

Συνέχεια  μετά την μεγάλη παρένθεση της ανάμνησης του δικύκλου, αν και ξέχασα το πρόβλημα της καθυστέρησης, να μην παίρνει μπρος το μηχανάκι, να βάζεις, να ξαναβάζεις, να σε παίρνει χαμπάρι η γειτονιά, να την ξυπνάς χωρίς να το θέλεις, να σε βρίζει που τους ξύπνησες κι εσύ να λες «με συγχωρείτε»! Να συνεχίζεις σπρώχνοντάς το παρακάτω απ’ τη γειτονιά, αφού έχεις εξαντληθεί ήδη απ’ τις προσπάθειες, κι εκεί ν’ ανακαλύπτεις ότι δεν έχει βενζίνη και να γυρίζεις πίσω να τηλεφωνήσεις ταξί, κι άντε να είσαι τυχερή να πήγε κάποιος στην πιάτσα κοντά στο νεκροταφείο. Ποιος λογικός άνθρωπος ποτέ θα πήγαινε κοντά σε πεθαμένους να δουλέψει πρωί πρωί; Κι αν πήγε και μαύρισε η ψυχή του και του τύχεις πρώτη κούρσα εσύ, «με γεια που την βάψατε και οι δυο. Όλα θα πάνε ρόδινα στη μέρα σας!
Κι αν φταίει το μηχανάκι που μόλις το πήρες απ’ το συνεργείο και πλήρωσες και τριάντα χιλιάδες για γενικό σέρβις κι αυτό συνεχίζει να μην παίρνει μπρος, τότε βρίζεις τον μάστορα που σε κορόιδεψε και δεν το έψαξε καλά.
Αν είσαι μακριά απ’ το σπίτι το κλειδώνεις, προχωράς, συνεχίζεις να βρίζεις μαζί με τον μάστορα και την γκίνια σου και μετά τη δουλειά σου. Κι ύστερα ή στο πρώτο μαγαζί που θα βρεις μπροστά σου ή σε ένα σπίτι που καταλαβαίνεις ότι έχουν ξυπνήσει, χτυπάς το κουδούνι και λες «παρακαλώ, μπορώ να κάνω ένα επείγον τηλεφώνημα;»
Αν ξυπνήσανε καλά και σε εξυπηρετήσουν, τηλεφωνείς στη δουλειά και τους λες ότι καθυστέρησες λόγω των γεγονότων κι όχι γιατί σε πήρε ο ύπνος. Άντε να σε πιστέψουν. Καλύτερα να σου βγει το μάτι, παρά το όνομα.
Κι εκείνο το άτιμο το τηλέφωνο, να μιλάει. Ποιος μιλάει πρωί πρωί; αναρωτιέσαι. Τότε θυμάσαι τις συναδέλφισσες μαμάδες που ξυπνούν τα παιδιά τους για το σχολείο. Θυμάσαι ότι τέτοια ώρα το ίδιο περίπου κάνεις κι εσύ, όταν δουλεύει ο άντρας σου πρωινός και με την δουλειά του μπορεί να το ξεχάσει και να πάρουν άδικα απουσία την πρώτη ώρα τα παιδιά. Και τότε ζητάς απ’ τον κύριο ή την κυρία, να ξαναπροσπαθήσεις πάλι, κοιτάζοντάς τους στα μάτια, μη σου πουν όχι, και παίρνεις τηλέφωνο ταξί κι άντε πάλι η ίδια ιστορία, εκτός αν σου τύχει κανένας ταξιτζής που μιλάει πολύ, ρωτάει πολλά, γελάει με την πρωινή εκπομπή που ακούει στο ράδιο και σου εξηγεί τι είπε, για να γελάσεις κι εσύ. Κι εσύ κοιτάς το ρολόι που γράφει επτά και  δεκατέσσερα και λες, από μέσα σου, «τρέχα λίγο ρε άνθρωπε». Ή σου τυχαίνει κάποιος ταξιτζής που σε πάει μέσω παραλίας, λες και θέλει να δει αν κουνιούνται οι βάρκες πρωί πρωί, ενώ θα μπορούσε να κόψει δρόμο μέσα από βουνά και λαγκάδια, μέσα από στενά και δρόμους χωρίς φανάρια, ακόμα και μέσα από στρατόπεδα, όπως κάνεις εσύ με το μηχανάκι τις τρεις άλλες εποχές του χρόνου, εκτός του χειμώνα.
Κι αν σε πάει απ’ τα φανάρια και σου τύχουν και κόκκινα απανωτά, κι αν σου έρχεται να τον πνίξεις, κι αν τελικά σου κάνει παρατήρηση, γιατί θέλεις να σε αφήσει στην είσοδο της δουλειάς σου και όχι εκεί που βολεύει αυτόν στον απέναντι δρόμο, για να στρίψει πιο εύκολα και να επιστρέψει στην πιάτσα του, κι εσύ να προτιμάς αντί να τον βρίσεις και να του πεις «σε πληρώνω ρε άνθρωπε και μάλιστα ακριβά, πήγαινε εκεί που σου λέω χωρίς ερωτήσεις», να πληρώνεις να του χαρίζεις και τα ρέστα, γιατί βιάζεσαι κι εκείνος να νομίζει ότι είσαι μαζόχας. Να τρέχεις, να σε βρίζει κάποιος άλλος οδηγός, φρενάροντας, γιατί βγήκες ξαφνικά μπροστά του κι εσύ δεν ήλεγξες τον δρόμο και δεν τον είδες που έτρεχε, και να λες: «Παναγιά μου! Θα με σκότωνε!» Ή, αν τύχει και πέσεις πάνω σε Άνθρωπο, να σταματά, να κατεβαίνει και γεμάτος λαχτάρα να σε ρωτά: «Κυρία μου, πάθατε κάτι; Ξέρω… χτύπησα την ψυχή σας!...» κι εσύ να τρέχεις, μη σου χτυπήσει κατά λάθος και την καρδιά, αν την πετύχει ξεκλείδωτη… Να συνεχίζεις να τρέχεις, να τρέχεις, να παρακαλάς από μέσα σου να είναι χαλασμένο το ρολόι της κάρτας ή να λείπει ο διευθυντής ή να μην έχει έρθει ακόμα ή ακόμα να έχουν καθυστερήσει κι άλλοι υπάλληλοι, για να μην είσαι η τελευταία. Ν’ ανεβαίνεις γρήγορα τις σκάλες λαχανιάζοντας, να βρίζεις και το κωλοτσίγαρο που «έφαγε» τις αντοχές σου, να φτάνεις στην πόρτα και να σκέφτεσαι: Να πάρω ανάσα και να μπω ή να στρίψω και να γυρίσω σπίτι; Θα με αγριοκοιτάξει ο διευθυντής ή δε θα με αγριοκοιτάξει; Θα με διώξει; Δε θα με διώξει; Ν’ ανασάνω τουλάχιστον ή είναι χάσιμο χρόνου και το ρολόι προχωράει;
Γιατί, ξέρεις τι διαφορά υπάρχει ανάμεσα στο 7 και 6, με το 7 και 10 ή με το 7 και 11, πόσο μάλλον με το 16; Παίζει ρόλο πόσο πολύ θα σκύψεις το κεφάλι, πόσο θα κοκκινίσεις, πόσο γλυκά και ένοχα πρέπει να πεις εκείνη την περιβόητη  «Καλημέρα» και να γυρίσεις προς την πλευρά του διευθυντού, που είναι κλεισμένος μέσα στο γυάλινο κλουβί, όπως και ο υποδιευθυντής, λες  και θα κελαηδήσουν, να τους κοιτάξεις στα μάτια απ’ έξω απ’ την τζαμαρία και να τους μιλήσεις μ’ αυτά. Να τους λες «Καλημέρα» ανάλογα πάντα το πώς, ενώ συγχρόνως τα μάτια θα λένε  και «συγγνώμη», ή  «με συγχωρείτε, μετά από τόσα εμπόδια, έφτασα επιτέλους!» Ή «Δεν είμαι μόνο εγώ! Έρχονται κι άλλοι πίσω μου που καθυστέρησαν κι αυτοί, κι ας έχουν δικό τους αυτοκίνητο, κι ας μένουν εδώ κοντά κι αργούν κάθε μέρα, αλλά δεν τους διώχνεις να πάνε σπίτι…»
Και μετά, αφού την γλυτώνεις απ’ τα μεγάλα κεφάλια, χάρη και των άλλων ενόχων που έρχονται μετά από σένα, προχωρώντας παρακάτω για το γραφείο σου, να λες άνετα «Καλημέρα» στους υπόλοιπους, στους άλλους ίσους με σένα, ξεκουμπώνοντας το μπουφάν ή την κουκούλα αν πήγες με το μηχανάκι, να φτάνεις στο γραφείο σου, να πετάς την τσάντα, να φωνάζεις στην καφετζού: «Ήρθα! Καφέ!» και να κάθεσαι να πάρεις εκείνη την ανάσα που την εμπόδισες νωρίτερα να βγει και τότε να προσπαθείς να χαλαρώσεις ανάβοντας ένα τσιγάρο. Και να έχεις την προϊσταμένη να σου γκρινιάζει πότε γλυκά, πότε σπαστικά να το κόψεις και συ να λες από μέσα σου, «Δε μας παρατάς κι εσύ πρωί πρωί, με τις συμβουλές σου!»
Και πριν ευχαριστηθείς  την πρώτη τζούρα, να ανακαλύπτεις πως ξέχασες να ξυπνήσεις τα παιδιά και θα καθυστερήσουν να πάνε στο σχολείο. Να είναι μακριά το τηλέφωνο, να το έχει κλειδωμένο ο διευθυντής και να ψάχνεις το κλειδί, γιατί είναι τοπικό και επείγον και να σου παίρνουν την σειρά οι άλλες μαμάδες που έχουν προταιρεότητα γιατί ήρθαν νωρίτερα από σένα. Τότε, να βλέπεις ελεύθερο ένα άλλο τηλέφωνο και να τρέχεις σ’ αυτό και τότε ν’ ακούς ένα συνάδελφο να σου λέει: «Φοράς ένα παπούτσι αλλιώς και ένα αλλιώς!» Ν’ αναρωτιέσαι τι χαζομάρες λέει αυτός, να κοιτάς και να βλέπεις πως και τα δυο παπούτσια σου είναι μαύρα και μάλιστα γόβες, απλά…υπάρχει μια διαφορά στους πόντους του τακουνιού... Να βλέπεις και να λες: «Όχι ρε Θεέ!» κι από κει και πέρα όλη μέρα να προσπαθείς να περπατάς στη μύτη απ’ το δεξί πόδι και κανονικά απ’ τ’ αριστερό για να έρθεις στα ίσια σου, αφού μπέρδεψες τις καλές με τις πρόχειρες γόβες
Να παίρνεις τελικά τηλέφωνο και να σου κάνουν παρατήρηση ακόμα και τα ίδια σου τα παιδιά, γιατί τα ξέχασες. Να τους ζητάς συγγνώμη κι αυτά να σου κρατάνε μούτρα και για να σε τιμωρήσουν, να σε απειλούν πως δεν θα πιούν το γάλα τους. Και τότε, τι μπορείς να κάνεις; Τι να τους εξηγήσεις και πόσο να σε καταλάβουν; Αν τους εξηγήσεις, θα καθυστερήσουν κι άλλο για το σχολείο. Ζητάς συγγνώμη λοιπόν πρωί πρωί απ’ όλο τον κόσμο, κυρίως απ’ τα παιδιά σου και τότε  ήσυχη πια, που ήρθες στη δουλειά σου, σκύβεις το κεφάλι κι αρχίζεις τις εγγραφές. Είναι ότι καλύτερο, για να μη σκέφτεσαι την γκίνια σου και να περάσει πιο γρήγορα η μέρα.
Χαρούμενη που δεν σου έκαναν παρατήρηση ή δε σε έδιωξαν να σου χρεώσουν άδεια και να θεωρείς «φίλους» όλους όσους άργησαν μαζί σου σήμερα. Αν δεν πάρει βέβαια ανάποδες ο διευθυντής και δεν μοιράσει πάλι κανένα απειλητικό χαρτί, για να μας υπενθυμίσει με περισσότερη αυστηρότητα το ωράριο! Άντε να μην το κάνει 7 από 7 και 10 που διεκδικήσαμε καθυστερώντας κι άλλοι. Κι αν είσαι τυχερή και δε σε γυρίσει σπίτι σου, πριν προλάβεις καν να χτυπήσεις κάρτα και την είδε αργότερα και την γλύτωσες, που ξύπνησες τα παιδιά σου στο παρά πέντε, που σου έφερε ωραίο καφέ με μπόλικο καϊμάκι η καφετζού.
Τώρα μπορείς να δουλέψεις ήρεμα και πιο γρήγορα για να καλύψεις την ώρα που έχασες. Και κάπου εκεί που διαλέγεις το πρόγραμμα που θέλεις, κι αν σε υπακούσει το δικό σου κομπιούτερ που όλο κολλάει, κι αν έρθει ο κομπιουτεράκιας να στο φτιάξει, κι αν τελείωσε τον καφέ του εκείνος και τ’ άνοιξε, κι αν έχει χώρο για άλλες ελεύθερες εγγραφές κι αν τελείωσε τις δουλειές που έκανε χθες και μπορείς να τ’ ανοίξεις κι εσύ, τότε, έχε καλώς! Ανοίγεις το ντοσιέ σου και τότε σου τραβά την προσοχή μία κυρία που κατεβαίνει με αέρα τη σκάλα  και την κοιτάς.
Είναι η νέα προϊσταμένη που ήρθε μετά από σένα, που προσελήφθηκε για τα μάρκετ (αυτή ήταν η πίσω πόρτα για πολλούς νέους υπαλλήλους που ανέβηκαν στα γραφεία), αλλά πήγε στα γραφεία, γιατί είχε πτυχίο, που άργησε να ξυπνήσει και το είπε αεράτα και χαμογελαστή, όχι μόνο σε σένα, αλλά απ’ τον διευθυντή μέχρι τον κλητήρα. (Που λέει ο λόγος, γιατί δεν έχουμε τέτοιον, όποιον τύχει στέλνουν για δουλειές κλητήρα κι αλίμονο αν πουν εμένα να πάω, δεν έχω καθόλου υπομονή να περιμένω στην ουρά στις Τράπεζες. Συνήθως υπάρχουν εθελοντές στις δουλειές κλητήρα, αυτοί και αυτές που έχουν δικές τους εξωτερικές προσωπικές δουλειές. Από καφεδάκι, ως βιτρίνες… ή και καμιά βόλτα στο σπίτι, όποιοι μένουν στο κέντρο. Δεν θα μπορούσε σε καμιά ζωή να είσαι κλητήρας, Αγγέλα,  με τίποτα.)
Να την βλέπεις λοιπόν να πηγαίνει στο γραφείο της, να συζητά με τους συναδέλφους με τις ώρες για το πρωινό της κόλλημα (τις πρώτες φορές που κι εσύ δεν το πρόσεχες) όταν όμως εσύ έβαλες μυαλό και ξύπναγες εγκαίρως, δεν λέω οι ατυχίες των ταξί, ή το ερείπιο μηχανάκι δημιουργούν προβλήματα, όταν βλέπεις ότι γίνεται συχνά κι εκείνη συνεχίζει 7 και 25 με 7 και 30, να κατεβαίνει αεράτη πάντα αυτή τη σκάλα, τότε λες:

«Γιατί τύψεις ρε Αγγέλα; Γιατί σκοτώνεσαι να έρθεις πιο νωρίς; Γιατί νιώθεις ένοχη; Γιατί προσπαθείς να βγάλεις τη δουλειά πριν την ώρα της;»

Τότε λυπάσαι που δεν είσαι αόρατη, να έβλεπες την φάτσα του διευθυντή και την αντίδρασή του στη δική της καθυστέρηση και «Καλημέρα» και σκέψου να την έβλεπες και να ήταν διαφορετική απ’ τη δική σου που δε συμβαίνει τόσο συχνά, κι αν ακόμη συμβαίνει, εσύ δεν έχεις μάνα πίσω, όπως εκείνη, εκείνη δε γράφει βιβλία όπως εσύ, δεν ασχολείται με καλλυντικά σαν δεύτερη δουλειά, δεν έχει οικογένεια ξενύχτηδων όπως εσύ, και τότε βλέπεις τις διαφορές, τις διακρίσεις και λες ο διευθυντής χαμογέλασε σ’ εκείνη, ενώ σ’ εσένα για 10 λεπτά άλλη μέρα σ’ έστειλε σπίτι σου, σου έκανε παρατήρηση, το λιγότερο σε κοίταξε άγρια.

«Φταίω εγώ αν δεν του δουλέψω όλη μέρα για να καταλάβει μερικά πράγματα;»

 Σε πιάνουν οι εγωισμοί, ξεφυλλίζεις μια εφημερίδα, ας είναι και πριν δυο μήνες, τι σημασία έχει; Έτσι κι αλλιώς, ποτέ δεν την διάβασες, ότι ημερομηνία και να έχει, νέα θα είναι για σένα. Κάνεις καναδυό τσιγάρα, πλήττεις και τότε λες:

«Σκύψε και γράψε ρε Αγγέλα. Για σένα το κάνεις. Για κανέναν άλλον. Έτσι κι αλλιώς από σένα θα περάσει αυτή η δουλειά. Δεν θα την κάνει κανένας άλλος. Αφού δεν σου πάει. Αφού έτσι περνάει η ώρα πιο γρήγορα. Άντε να βρεθείς σπίτι σου με το καλό το μεσημέρι, να χαρείς τα παιδάκια σου και τον άντρα σου.»

Και μετά απ’ αυτό το σκύψιμο, βγαίνουν οι πελάτες, γίνονται οι συμφωνίες, παραδίδεται το Φ.Π.Α, ενημερώνεται ανά βδομάδα ο διευθυντής, ενώ πρώτα ενημερώνονταν μια φορά το χρόνο, 30/10, παρακαλώ! Ή 30/11 και αφού ξέρει, ότι εσύ τα βγάζεις, δεν ζητάει από σένα τα στοιχεία, αλλά από δυο τρεις άλλους, αλλά μετά, έχει απορίες, αναγκάζεται να ρωτήσει περισσότερα από σένα και αυτό δείχνει να τον ενοχλεί, παρά να του αρέσει. Δεν σε πάει. Στο έχει δείξει τόσες φορές κι εσύ περίμενες να σε παινέψει! Που ζεις χρυσή μου; Εσύ θ’ αλλάξεις τον κόσμο; Αγγελικά πλασμένοι νομίζεις ότι είναι όλοι οι άνθρωποι;

«Που ζεις;» σου λέει και η Σοφή κυρία.

Σκύβεις που λες το κεφάλι και γράφεις και σβήνεις και βγάζεις τους τόκους των πελατών με το χέρι και το κομπιουτεράκι κι όλοι χαίρονται που μ’ αυτή την σπαζοκεφαλιά ασχολείσαι εσύ και σ’ έχουν στα όπα όπα εκείνη την εποχή και μετά, μη σε είδαν, μη σε ξέρουν. Ξανασκύβεις αρκετά, όχι για τους άλλους, αλλά για σένα και τότε σου έρχεται ένα χαρτί και σου λέει, «μετακινείσαι κυρία μου!» Τώρα, δεν σ’ έχουμε ανάγκη. Τους έβγαλες τους τόκους. Του χρόνου θα βάλουμε πρόγραμμα. Δεν θα σ’ έχουμε άλλο ανάγκη.
Ώρα 2 και 20. Ω, ρε ρέντα! Ω, ρε ξέσπασμα!
Στιγμές ’98 μεριά…

Δεν υπάρχουν σχόλια: