Κυριακή, 13 Μαΐου 2012

ΜΑΝΑ

.....
***

Ούτε την Άλλη Μάνα, ξεχνάω!

....
Έβλεπε, που λέτε, το σαλόνι της, τον κόσμο καθισμένο δίπλα της κι εκείνη την υπερήφανη και δυναμική γυναίκα να κοιμάται αιώνια, μέσα σ’ ένα μπορντό ξύλινο κουτί, δίπλα στο τραπεζάκι. Κι ο παππούς, δίπλα κι αυτός. Για λίγο και με χαπάκι. Να μην καταλάβει η καρδιά, κι ας δουλεύει με βηματοδότη. Αξιολύπητος. Για ποιον να κλάψεις; Γι’ αυτόν που φεύγει; Γι’ αυτόν που μένει; Για λόγια κι αγάπες που δεν δόθηκαν στην ώρα τους;
Παρ’ όλα αυτά, την έτρεξε η δικιά μου. Δίπλα της, καλύτερα κι απ’ την κόρη της. Μέρα νύχτα. Ήθελε να κερδίσει την αγάπη της «άλλης μάνας», όπως την έλεγε, πράγμα που δεν έγινε τριάντα ολόκληρα χρόνια. Τής φέρθηκε όμως τόσο ανθρώπινα, τόσο σαν να ήταν δική της μάννα, και τελικά τα κατάφερε. Τα τείχη έπεσαν τις τρεις τελευταίες μέρες. Η άλλη μάνα δεν την άφηνε να φύγει απ’ το Νοσοκομείο. Την τραβούσε απ’ το χέρι και τής ψιθύριζε: «Μη φεύγεις! Θα φύγω μέχρι να γυρίσεις! Σε παρακαλώ, μείνε! Κι έμενε εκείνη, η δυνατή. Η πιο δυνατή απ’ όλους. Σε όλα τα δύσκολα. Ο γιος της δεν άντεχε, η κόρη τραβούσε τα μαλλιά της. Έπρεπε ν’ αντέξει για τους άλλους. Κι άντεξε. Αυτή τα έφερε σε πέρας όλα. Και τα δύσκολα και τα εύκολα. «Σ’ ευχαριστώ για όλα!» τής είπε δακρυσμένη φεύγοντας εκείνη κι η δικιά μου έκλαιγε με μαύρο δάκρυ απ’ τη συγκίνηση. Εκεί μόνο λύγισε η δυνατή, όταν «πληρώθηκε» για τα «χρωστούμενα» μιας ολόκληρης ζωής. Χρόνια ολόκληρα πάλευε να κερδίσει αυτή την αγάπη, μα πάντα τής ξέφευγε. Σαν πεταλούδα τής έφευγε μέσα απ’ τα ακροδάχτυλά της. Και τώρα, πάνω που τη βρήκε, αέρας έγινε και χάθηκε. Κι ας είχε απόχη, τώρα που δεν ήταν τρύπια, όπως παλιότερα. Σαν να μην είχε ποτέ, ήταν. Ακόμα και τώρα που την αγάπησε, εκείνη αναχώρησε!
Τη μέρα του αποχαιρετισμού έκλαιγε η δικιά μου κι όσα δεν μπορούσε να της πει δυνατά έτρεχε και τα έγραφε στο ημερολόγιό της, στο άλλο δωμάτιο. Τής έλεγε πως: «Δεν έφτασε το σαλόνι μαμά. Ήρθε τόσος κόσμος να σε χαιρετήσει, που ενώ φέραμε απ’ το καφενείο τόσες καρέκλες, υπάρχουν κι όρθιοι. Άδικα στενοχωρήθηκες, μαμά. Άδικα!»
Πάντα η δικιά μου, όταν πονάει, καταφεύγει στο χαρτί. Δεν είναι λίγες οι φορές που μ’ αυτόν τον τρόπο μίλησε μαζί της και κατέθεσε εκεί μέσα στις λευκές σαν το γάλα  σελίδες την ίδια της την ψυχή. Πάντα ξαλαφρώνει όταν γράφει:

4 Μάη, 10 και 10, πρωί
Είμαι στο σπίτι σου μαζί με όλα τα αγαπημένα σου πρόσωπα. Ο ήλιος λάμπει. Υπάρχει γύρω μια γαλήνη! Γράφω μέχρι να ’ρθεις… Τα πουλιά κάτι λένε… Ο γιος σου που σε είδε, μου είπε ότι είσαι «σαν ζωντανή!» Ζωντανή θα μείνεις, μαμά, και το ξέρεις!
Απομονώθηκα. Η δυνατή λύγισε πάλι, όπως χθες και προχθές…
Η πέτρα άρχισε να λιώνει απ’ τη στιγμή που είπες εκείνο το «ευχαριστώ για όλα!» Μετά, όταν δε μ’ άφηνες να φύγω… Και μετά … που δε με ξανάφηνες να φύγω από κοντά σου… Και μετά πάλι, χθες, που έπρεπε να φύγω. Σου είπα: «Να με περιμένεις»… Και εσύ είπες: «Κουράστηκα. Θα φύγω…»
«Μη φύγεις! Περίμενέ με!» επέμενα εγώ.
Με περίμενες όμως. Δεν άργησα, άλλωστε. Ήξερα πως θα φύγεις μετά τις 12… Τίποτα δεν είναι τυχαίο στη δική μου ζωή. Σήμερα, 4 Μαΐου 2008, του Θωμά, του άπιστου, ξημερώματα Κυριακής και ώρα 0:35, έφυγε απ’ αυτή τη ζωή, η μάνα του άντρα μου, η γιαγιά των παιδιών μου, η δεύτερή μου η μαμά, η πεθερά μου. Το όνομά της, Ελένη. Η ωραία Ελένη!


Η Άννα ανακάλυψε την κρυψώνα μου. Δεν πειράζει. Δεν μπορώ να είμαι δίπλα τους σε άσχετες συζητήσεις. Δεν μπορώ να δώσω άλλο κουράγιο στους άλλους. Έχασα το δικό μου. Κρύφτηκα για να μαζέψω δυνάμεις. Η δυνατή πνίγεται και θέλει να σωθεί. Η δυνατή λύγισε. Κλαίω με παράπονο. Όχι, γιατί έφυγες και θα μου λείψεις. Άλλωστε, δε ζούσαμε μαζί κι είναι λίγες οι κοινές μας στιγμές. Μ’ ανακουφίζει το ότι λυτρώθηκες και δεν υποφέρεις πια. Κλαίω γιατί άργησες να μ’ αγαπήσεις γιαγιά! Άργησες τόσο πολύ! Τρεις μέρες πριν φύγεις! Ήταν τόσο λίγο! Πώς να μου φτάσει;

10:28 Θεέ μου! Χτυπάει η καμπάνα του χωριού πένθιμα. ΓΙΑ ΣΕΝΑ! Για την πεθερά μου! Για τη μάνα του άντρα μου! Για τη γιαγιά των παιδιών μου! Η καμπάνα χτυπάει πένθιμα για το σπιτικό μας! Να το μάθει ο κόσμος! Για να έρθει ο κόσμος! Για να σε αποχαιρετήσει και να μας συμπαρασταθεί κι εμάς. Η καμπάνα χτυπάει για σένα σήμερα, γιαγιά! Η καμπάνα χτυπάει κάποτε για όλους μας! Ο ήχος της ενώνει γη και ουρανό!
Η καμπάνα κάποτε σταμάτησε. Μα εγώ, γιατί συνεχίζω να την ακούω;
Να δώσεις χαιρετίσματα, σ’ εκείνη, μαμά! Να μου την προσέχεις. Μου το υποσχέθηκες άλλωστε, όταν στο ζήτησα. Όταν πια με είχες αγαπήσει... Όταν πια, ό,τι και να σου ζητούσα, δε θα μου χάλαγες χατίρι.
Σ’ αγαπάω, μαμά! Πάντα σ’ αγαπούσα και σε σεβόμουν. Και το έδειχνα... Και το έδειξα… Τώρα πια, ξέρω πως με δέχτηκες για νύφη. Δε θα υπήρχε καλύτερη για το μονάκριβο γιο σου.
Ο γιος σου! Το παλικάρι σου! Ο λεβέντης σου! Πόσο θα ήθελα να ‘μουνα πλάι του αυτές τις δύσκολες στιγμές! Δεν ήμουνα όμως. Έπρεπε να είμαι πλάι σου. Λένε όλοι ότι εκείνος είναι δυνατός. Και ο ίδιος το λέει. Εγώ, όμως, ξέρω. Δεν είναι. Τον είδα που έφευγε στα δύσκολα. Είδα τις συσπάσεις στο λαρύγγι του. Είδα τα φουσκωμένα του μάγουλα… Και τα μάτια του να σφίγγουν… Είδα το βλέμμα του να μ’ αποφεύγει. Άκουσα το δικό του: «Ευχαριστώ για όλα!» Κι άκουσα και το λυγμό του, εκείνον τον κρυμμένο…
Για σένα, μάνα μου! Ο γιος σου, μάνα μου!
Η κόρη σου! Η Μαρία! Η αδύνατη! Αυτή πιο πολύ νοιαζόμουνα. Άντεξε. Θ’ αντέξει. Την αφήνω να κλάψει, όταν το νιώθει. Πρέπει. Πρέπει να το βγάλει από μέσα της, για ν’ αντέξει. Οι πέτρες πρέπει να ξεσπάνε, όσο κι αν πονάνε. Κι εγώ τη δική μου σπάω τώρα.
Ο παππούς! Ο άντρας σου! Ο σύζυγός σου! Ο σύντροφός σου από παιδί, δεν μπορεί να το πιστέψει. Στη γνωστή του γωνιά, σκεπασμένος με μια κουβέρτα. Ένα χαπάκι φρόντισε να φράξει τον πόνο του και τις αντιδράσεις. Πρέπει να αντέξει στα δύσκολα.
«Λενιώ!» ούρλιαξε στο όνειρό του. Δεν του είπαμε τίποτα. Πριν λίγες ώρες το έμαθε. Κι ακόμα δεν μπορεί να το πιστέψει κι ας πήρε το χαπάκι
Αυτός, όταν το σκέφτεται κλαίει και χτυπιέται…
Το χαπάκι! Είναι δυνατόν ένα χαπάκι να σε κάνει να ξεχάσεις τον άνθρωπό σου; Το Λενιώ σου;
Το σαλόνι μου πήγε στην άκρη, μαμά μου. Έσκυψε το κεφάλι και σε περιμένει. Πάνω του θα καθίσουμε εμείς, που τα πόδια μας λυγάνε.
Η καρδιά μας, δικιά σου μάνα μου, κι ας είναι χαπακωμένη.
Αντέχουμε μαμά! Έλα! Σε περιμένουμε!

11:25 Λείπεις γιαγιά! Λείπεις απ’ το σπίτι σου! Λείπεις!

Λίγες μέρες μετά, η δικιά μου έγραψε με αφορμή τη γιορτή της μητέρας, στην εφημερίδα Θεσσαλία:

Η Άλλη Μάνα, η Ελένη
Γιορτή της «μητέρας», λέει. Ωραία λέξη, αν και ποτέ δεν τη χρησιμοποίησα. Τη βρίσκω ψυχρή. Μου θυμίζει φράχτη. «Μαμά» την έλεγα όσο ζούσε. «Μάννα» την είπα όταν έφυγε. «Μάννα με δύο ν» την αποκάλεσα, όταν διαλαλούσα στα βιβλία μου την απουσία της.
«Μαμά» φώναζα και την πεθερά μου. Τρελό μου φαινόταν. Ειδικά μετά τη φυγή της μάννας, δύσκολα μου έβγαινε απ’ τα χείλη. Δεν ήθελα να πάρει καμία τη θέση της. Έτσι την αποκαλούσα πιο συχνά «γιαγιά». Μου ήταν πιο εύκολο. Έβγαινε όμως αυθόρμητα και το «μαμά», όταν η νύφη κοιμόταν…
Στις αρχές του μήνα η άλλη μαμά, αρρώστησε. Το «γιαγιά» εξαφανίστηκε, ως διά μαγείας. Πριν από λίγες μέρες η μαμά ψυχορραγούσε. Ήμουνα δίπλα της. Και «μάνα» την είπα και «μανουλίτσα μου» τής φώναξα: «Μη φύγεις!»
«Ευχαριστώ για όλα!» μου είπε εκείνη και έφυγε! Έτσι ξαφνικά. Κανείς μας δεν το αντιλήφθηκε. Ούτε εκείνη. Η κίρρωση του ήπατος είναι ύπουλη αρρώστια. Δεν προειδοποιεί. Το μάθαμε στο τέλος.
«Να δώσεις χαιρετίσματα στη μάννα!» της είπα. «Και να την προσέχεις!»
«Ναι!» μου είπε με νοήματα η άλλη Μάνα! Η μάνα του άντρα μου που έγινε και δική μου.
«Να την αγαπάς, γιατί αυτή θα πάρει τη θέση μου τώρα που θα φύγω!» μου είχε πει η δική μου μάννα, τότε, πριν φύγει.
Η αλήθεια είναι ότι αργήσαμε πολύ ν’ αγαπηθούμε με την Άλλη μαμά, όπως αγαπηθήκαμε τώρα, στις τελευταίες της στιγμές. Ξέρω ποιος φταίει. Μάς εμπόδιζε η απόσταση νύφης και πεθεράς. Μάς εμπόδιζε η διεκδίκηση για την αγάπη ενός άντρα, του γιου της.
Κι όμως... Και οι δυο κλαίγαμε αγκαλιασμένες. Εκείνη που θα τον άφηνε μόνο του κι εγώ για το ανεπανόρθωτο πλήγμα που θα δεχόταν ο άντρας μου. Ήξερα κι ξέρω πως εγώ μόνο δε «φτάνω» για να κλείσω αυτή την πληγή.
Ο άντρας μου, που είναι ο γιος της. Ο λεβέντης της, το παλικάρι της. Που της τον πήρα χωρίς να θέλει, πριν από πολλά πολλά χρόνια… Που δε με ήθελε για νύφη… Καμία δεν θα ήθελε, νομίζω. Τον ήθελε αποκλειστικά δικό της. Γι’ αυτό οι μάνες κάποια στιγμή λέγονται πεθερές. Γιατί τις εμποδίζει η αγάπη…
…Που μου έλεγε υπερήφανη κάποτε, πως «ο γιος της και η κόρη της ήταν οι πιο όμορφοι στην εκκλησία» κι εγώ ζήλευα! Ζήλευα τη μάνα που ξεχώριζε τα παιδιά της! Τόσο κακιά νύφη! Έκρινε κι ας ήξερε πως κι εκείνη τα δικά της παιδιά θα έβλεπε πιο όμορφα, ανάμεσα σε χιλιάδες! Έκρινε κι ας ήξερε πως κι εκείνη θα γίνει πεθερά και εύκολα θα κρίνει…
«Εμένα μ’ αγαπάς;» τη ρώτησα όταν ζητούσε τα παιδιά της.
«Σ’ αγαπάω!» μου είπε κι αγκαλιασμένες κλαίγαμε κι οι δυο. Θρηνούσαμε για τις αληθινές στιγμές που χάσαμε. Σπαράζαμε σαν πληγωμένα σπουργίτια. Ένα κλάμα βουβής συγχώρεσης.
«Μη φεύγεις!» μου έλεγε, όταν έπρεπε να ξεκουραστώ και μου τραβούσε το χέρι να μείνω. Κι έμενα... κι ας ήταν απάνω απ’ τις δυνάμεις μου.
«Κι εσύ, μη φεύγεις…» την παρακάλεσα, αλλά εκείνη Έφυγε.
«Κουράστηκα» μου εξομολογήθηκε. «Να είστε αγαπημένοι!»
«Είμαστε μάνα! Είμαστε! Καλό σου ταξίδι!»…

Η γιορτή της μητέρας. Δυο μάνες ανταμώσανε στον ουρανό και γιορτάζουν, μαζί με όλες τις άλλες μανάδες που ζουν και τα τυχερά παιδιά τους έχουν κοντά τους και θα τους χαρίσουν λουλούδια, φιλιά, αγκαλιές κι αγάπη. ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ και να τις χαίρονται! Τις Άλλες Μάνες, τις πεθερές, ας προλάβουν να τις αγαπήσουν πιο νωρίς… για να μην έχουν ανοίξουν ρήγματα… όπως συνέβη με μένα.

*****
Είναι απόσπασμα απ' το: "Για σένα χόρευαν τα πουλιά, πατέρα..." 

Δεν υπάρχουν σχόλια: