Πέμπτη, 11 Οκτωβρίου 2012

Παραλίγο, κριτική!



Παραλίγο, κριτική! (Κοντά είμαι! θα την πετύχω!)

Λε, λε, λε…
Λε, λε, λεξ…
Λέξεις μου, αγαπημένες μου, χαμένες μου λέξεις, ελάτε εδώ που σας φωνάζω…
Λε, λε, λεξ… καλές μου, δεν έφταιγα εγώ που σας φυλάκισα εκείνο το βράδυ που θέλατε να βγείτε βόλτα…
Ελάτε, καλές μου, κι εγώ θα σας τα πω με την σειρά. Πάντα ήμουνα ειλικρινής μαζί σας. Δεν σας κορόιδεψα ποτέ! Σας έκρυψα, ναι, σας φυλάκισα, ναι, μα μη μου χρεώνετε άλλα…
Ελάτε… Λε, λε, λεξ… Είναι ξημερώματα Πέμπτης, κι έχω τόσες δουλειές! Ελάτε… Είναι νύχτα! Όλοι κοιμούνται, μπορούμε να κυκλοφορήσουμε, τουλάχιστον στο γουόρντ!
Μετά, θα δείξει!...
Αν αυτές που θα βγουν είναι «όμορφες», όσο ήσασταν τότε… από μένα θα είστε ελεύθερες!
Αν όμως θ’ αρέσετε στους άλλους, δεν μπορώ να το ξέρω!
Θα δείξει! Βγείτε εσείς με το καλό, κι ας είναι και λίγες, αλλά εκφραστικές!
Ναι, λε.., λε…, λέξεις μου;

Καλώς τες μου, κι ας άργησαν! Ελάτε! Ελάτε! Μη δειλιάζετε! Σας βλέπω… Σας καμαρώνω… Μπείτε στη σειρά, να κάνουμε προτάσεις! Όχι, κατά ύψος! Κατά χρονολογική σειρά! Εντάξει;
Πάμε να σας δω, καμάρια μου…

… Τελίτσες; Γιατί μπήκατε μπροστά;
Κατάλαβα. Θέλετε να πείτε πως υπάρχουν χίλιοι τρόποι για να γνωριστούν μεταξύ τους οι άνθρωποι, όσο και οι χώροι, για να μην χασομεράμε.
Όκευ! Δεκτόν!
Με έναν απ’ τους χίλιους τρόπους, λοιπόν, έμαθα κι εγώ το Ιδιόμελο και το πρόγραμμά του!
(Είμαστε φίλοι και στο Φέισμπουκ! Αυτό πού το βάζεις;)

…Φτάνουμε λοιπόν στην Παρασκευή που η μαμά μαζί με τα καθαρά χαλιά της, είχε φτάσει απ’ την Τετάρτη στην Αθήνα, για να ετοιμάσουν με την κόρη της, την ζεστή καθαρή φωλιά της, για τον χειμώνα που έρχεται.

(Όχι, δεν χρειάζεται να πεις, ότι εκεί στο ΚΤΕΛ θυμήθηκες ότι έμοιαζες περίπου την μάννα σου που κουβαλούσε ζωντανές κοτούλες στο κουτί, κι εκείνες έτρεχαν κάτω απ’ το λεωφορείο, κι εσύ κρυβόσουνα, γιατί ουδεμίαν σχέση έχει με το Ιδιόμελο και θα είσαι εκτός θέματος. )

Μια και είχες όμως καθαρά χαλιά, έπρεπε να κάνεις γενική, κι όταν λέμε γενική, εννοούμε, μέχρι και ανακαίνιση!

Λόγω κούρασης λοιπόν της ανακαινίσεως, (και όχι μόνο! Είχες «δυνατή συνάντηση το πρωί με τον μεγάλο αδελφό που Άλλαξε κατοικία…) έτρεμαν τα πόδια την Παρασκευή το βράδυ, κι έτσι, δεν πήγες με το παιδί να δεις την τελική πρόβα!
Πικράθηκε εκείνο που άλλα λες και άλλα κάνεις, πικράθηκες κι εσύ, μα οι δουλειές που είχες ανακατέψει, σε περίμεναν και ήδη οι δυνάμεις σου σε είχαν εγκαταλείψει!

«Δεν πειράζει!» είπες. «Ίσως άλλη φορά, αφού και Σάββατο δεν μπορώ και Κυριακή φεύγω».

…Όταν όμως είδες την αφίσα πάνω στο τραπέζι και την διάβασες,  συγκινήθηκες πολύ, τα μάτια σου άρχισαν να τρέχουν και τότε τηλεφώνησες στην κόρη σου που είχε βγει βόλτα με τους φίλους της!
«Μα, εγώ έκλαψα μόνο με την αφίσα! Σκέψου να το δω! Θα φύγω την Δευτέρα! Θα τα καταφέρω και θα πάω μόνη μου την Κυριακή!»
«Είσαι σίγουρη;» με ρώτησε εκείνη.

Σιγουρότατη, όσο ποτέ!

Και πήγα! Με πολλές πολλές οδηγίες βέβαια, μα κατάφερα να φτάσω εγκαίρως, πριν η παράσταση αρχίσει!

Σπίτι ήταν και τι σπίτι! Από κείνα τα σπίτια που «κάτι» λένε, ακόμα κι απ’ έξω! Κουβαλούν ιστορία πάνω τους, το φωνάζουν, μα και νοικοκυραίους Καλλιτέχνες!

Τα έξω, τα μέσα, οι άνθρωποι, η ζεστασιά απλωνόταν γύρω, από παντού! Κι ο χώρος τόσο μικρός, όσο χρειάζεται για να μην χάνονται στον αέρα οι λέξεις, να πηγαίνουν κατευθείαν στον στόχο τους! Μετρημένα τα καθίσματα, γι’ αυτό και λέει:
«Τηλεφωνείστε για κρατήσεις θέσεων».
Δεν έχει νόημα να μην χωράς, να μην κάθεσαι αναπαυτικά και να χάνεις λέξεις!
Όλες οι λέξεις που ακούγονται εκεί, έχουν ιδιαίτερο νόημα, γιατί τις διαλέγουν πολύ, γιατί τις έγραψαν καλλιτέχνες σε μεγάλες τους στιγμές.

Όλα αυτά, μετά τα κατάλαβες. Βοήθησε βέβαια κι ότι στρογγυλοκάθισες μπροστά μπροστά, μια ανάσα απ’ την σκηνή, παραλίγο να βρεθείς και μέσα, στην πορεία! Τόσο είχες αφεθεί, τόσο πολύ ταυτίστηκες, μαζί με τους ηθοποιούς και τα λεγόμενά τους!

Και να που τα φώτα άναψαν και δυο μηχανικοί με μεζούρες, μέτραγαν το παλιό σπίτι ενός συγγραφέα, κι ο ένας βρήκε κάτι χειρόγραφα και ξεχάστηκε και τα διάβαζε!

 Ο Β’ μηχανικός έφυγε απ’ το μέτρημα, για να το κάνει καλύτερα μόνος του μετά, μιλώντας σε μια άδεια θέση του κρεβατιού του.

Ο Α’ μηχανικός, ξεχάστηκε στα χειρόγραφα. Στην αρχή τα διάβαζε λες και πήγαινε α’ δημοτικού, μετά, σα να πήγαινε στην έκτη, μετά παραπέρα… Μέχρι Πανεπιστήμιο έφτασε, αν και δεν έχω δει καθηγητές όπως αυτόν! Πάνω σ’ ένα παλιό τραπέζι τον είδα να ξαπλώνει και να διαβάζει τόσο καλά που όχι μόνο ξέχασα την μηχανή μου, αλλά και τα δάκρυά μου που έφτασαν ως τον λαιμό!
Στην αίθουσα ήταν κομμένες οι ανάσες, δεν μπορούσα όμως να αποφύγω ένα βιαστικό κριτς, κρατς, για να βρω μέσα στο χάος της τσάντας μου, τουλάχιστον, ένα χαρτομάντηλο!

Μα, τι έγραψε, αυτός ο άνθρωπος! (Ιάκωβος Καμπανέλλης)
Μα, πώς έπαιζε, αυτός ο άνθρωπος! (Γιάννης Παπαθύμνιος)
Μα, πως με παρέσυραν αυτοί οι άνθρωποι και γίναμε ένα;
Ήταν δυνατόν ένα σκισμένο πανταλόνι και μια βελόνα μάνας, να μας ενώσει;

Κι όμως, ήταν! Πολλά με άγγιξαν, πολλά θυμήθηκα… (Είναι όμως για άλλη φορά και για δικές μου στιγμές.)

Κι ήρθε το διάλλειμα. 
Πριν ανάψουν τα φώτα, πρόλαβα να κρύψω το ήδη λιωμένο χαρτομάντιλο, όχι όμως και τα μάτια μου, αν και δεν το προσπάθησα, γιατί δεν ένιωθα ντροπή γι’ αυτά. Νομίζω πως αυτό ήταν το καλύτερο χειροκρότημα και η πιο «ακριβή» αμοιβή μου, για όλους!

Τότε θυμήθηκα να ρωτήσω αν μπορώ να χρησιμοποιήσω την μηχανή! Στο διάλλειμα, αφού είχα χάσει ήδη τον πρώτο μονόλογο!

Αυτός και το πανταλόνι του – μια ανάγνωση

Μα, μια ανάγνωση ήταν αυτή;
Κόντεψα να βρεθώ στην σκηνή, να σταματήσω το κλάμα του Α’ μηχανικού που είχε πέσει γονατιστός σε μια παλιά καρέκλα, την είχε πάρει αγκαλιά, σπάραζε σαν το σφαχτάρι και φώναζε:
«Αχ να ‘ σουν εδώ, μάνα!»

Αχ! Κι αν ήξερε, πόσες φορές κι εγώ το είπα!
(Τον ίσκιο σου να είχα μάννα, μόνο αυτόν, μου έφτανε! Δε θα λύγιζα ποτέ!)

Ποιος είναι αυτός που έχει Φύγει όμως η μάνα του και δεν σπαρτάρησε έτσι ή κάπως έτσι!

Ναι, μα αυτό ήταν θέατρο! Ο ηθοποιός έλεγε λόγια άλλου! 
Μα πώς κατάφερε και τα φόρεσε τόσο βαθιά, μέσα απ’ το πετσί του;

Ιδού η απορία! 
Αυτό το λένε ΤΕΧΝΗ και ταλέντο! Δεν νομίζω ότι το μπορούν όλοι, ακόμα κι αν το σπούδασαν!

Μπορώ να φωτογραφίσω χωρίς φλας μου είπαν, έβγαλα απ’ την τσάντα την μηχανούλα μου, μα η αλήθεια είναι, πως δεν ασχολήθηκα μαζί της ιδιαίτερα, γιατί εγώ ήμουνα αλλού κι ο «φωτογράφος» απαιτεί να είσαι και αλλού, κι εγώ αυτή τη φορά δεν μπορούσα να τραβήξω τα μάτια μου και τ' αυτιά μου απ’ τη σκηνή.

Και σβήσαν πάλι τα φώτα, άλλαξε και το σκηνικό, να και ο Β’ Μηχανικός που λέγαμε ότι μετρούσε στην αρχή! Ο Μανώλης Γιούργος, τριγύριζε γύρω γύρω από ένα κρεβάτι διπλό, Έλειπε η συντροφός του, κι εκείνος παραμίλαγε…
Της έλεγε, της έλεγε… της φώναζε, του έλειπε, έκλαιγε και γελούσε μαζί, στα χαμένα ήταν!

(Άσε τι μου θύμισε! Πεθερό και σκηνές που προσπαθούσα να φανταστώ, όταν του Έφυγε ξαφνικά η πεθερά μου – άλλο κεφάλαιο πάλι αυτό, δικό μου).

Να σ’ έχω εκεί, να τον ακούς, να σου σπαράζεται η καρδιά!
Μα τόσο πιστευτός;
«Τι πάθανε αυτοί οι δυο ηθοποιοί απόψε;» αναρωτήθηκα.
(Ούτε που μου πέρασε απ’ το μυαλό φυσικά, ότι κάτι παραπάνω απ’ τους άλλους, (τους θεατές) για ειδικούς λόγους, κι εγώ «έπαθα»!)

 Ξέροντας ότι είναι και η γυναίκα του στην αίθουσα (και ξέροντας ότι είναι κι εκείνη θαυμάσια ηθοποιός – η Γεωργία Δεληγιαννοπούλου), κοίταξα προς το μέρος της κάποιες φορές, γιατί φοβήθηκα ότι θα στεναχωρεθεί και θα πεταχτεί στη σκηνή να του πει:
«Εδώ είμαι άντρα μου! Μη βάζεις κι άλλο ταλέντο, με πονάς! Δεν αντέχω να σε βλέπω τόσο λυπημένο στη σκηνή!»

Εκείνη όμως, αγέρωχη! Στο ύψος της! Καμάρωνε το ταλέντο του άντρα της, γιατί ξέρει ότι στην Τέχνη, ο τεχνίτης πρέπει να τα δώσει όλα! Όλα για όλα, κι εκείνος έδινε ρεσιτάλ με τις "δύσκολες νύχτες του κύριου Θωμά", τον τελευταίο μονόλογο του Ιάκωβου Καμπανέλλη!

(Όχι, σαν κι εμένα που μη ξέροντας ποδόσφαιρο, έτρεχα στα γήπεδα κάποτε, που έπαιζε ο άντρας μου και μόλις εκείνος έπεφτε κάτω, είτε ηθελημένα, είτε αθέλητα, εγώ φώναζα έξω απ’ τα δίχτυα:
«Δημήτρη μοοοοοουυυ! Είσαι καλά;»
Και να το κλάμα, αν δεν ήταν!
(Έχει σπάσει πόδια και πόδια! Ακόμα βγαίνει ο ώμος του κάποιες φορές! Και σήμερα τραυματισμένος απ’ το «πάθος» του, μου ήρθε! «Κάποιος μυς», λέει! Συναχάκι…)

Αυτό το λένε πάθος όμως, κι εγώ δεν το έχω σ’ αυτές τις Τέχνες, γι’ αυτό και δεν καταλαβαίνω και την ψυχραιμία της γυναίκας του ηθοποιού.

Αργότερα, εκεί που τον είδα να παιδεύεται να βάλει (-τον γεράκο- το νεότατο άντρα της) το σακάκι της πυτζάμας του, είδα το πόδι μου έτοιμο να περπατήσει, για να φτάσει το κοντινό πρώτο σκαλί της σκηνής και μετά βίας το σταμάτησα!

«Πού πας, χρυσό μου;» του είπα, με το μυαλό μου. «Κάτσε στ’ αυγά σου! Εδώ είναι θέατρο! Εσύ δεν είσαι ηθοποιός! Οι ηθοποιοί παίζουν αληθινά, μα ότι κάνουν είναι στα ψέματα, βρε χαζό! Τόσο πολύ ξεχάστηκες; Σε λίγο θα τελειώσουν και τότε θα γελάνε, κι εσύ τότε πρέπει να τους σφίξεις δυνατά το χέρι και να τους πεις»:
«Εύγε, ρε παιδιά! Με παρασύρατε πολύ απόψε στην Τέχνη σας!»

…Ε! Μετά το σφίξιμο του χεριού, τους αγκάλιασα κιόλας!
Με παρεξήγησαν, δεν με παρεξήγησαν, αυτοί  το προκάλεσαν!

Η τιμωρία μου γι’ αυτούς είναι οι καθυστερημένες μου λέξεις.

Με μπερδεύουν τώρα που γράφω, «με τιμωρούν», λέει, γιατί εκείνο το βράδυ που άλλα πατούσα, κι άλλα γραμματάκια έβγαιναν απ’ τον ξένο υπολογιστή, δεν πήρα ένα τετράδιο κι ένα μολύβι να τις γράψω (τόσες στοίβες έχει η κόρη μου!)  και τις φυλάκισα επίτηδες, λένε!

Είχα πρόθεση λένε, πως ήθελα να τις ελευθερώσω στον χώρο και στον χρόνο μου!

Εδώ που τα λέμε, δεν έχουν κι άδικο!

Αγαπημένες μου λεξούλες, όπως κι αν βγήκατε, εγώ σας ευχαριστώ και σας αγαπώ!

Ελεύθερες!Στον αέρα! Όχι μόνο στο γουόρντ!

Κι αν μπερδέψατε χρόνους, εκφράσεις, φράσεις, πρόσωπα και γλώσσες, όσο και ορθογραφίες, λόγω της σκλαβιάς σας και του ξημερώματος, δικαιολογημένες από μένα!

Την ουσία για μένα, την είπατε! Μου αρκεί!

Στους άλλους και ιδιαίτερα στο ΙΔΙΟΜΕΛΟ, είμαι σίγουρη πως αρκεί η καλή η πρόθεση! 

"Καλή συνέχεια" στην "δουλειά" τους και στα όνειρά τους, τους εύχομαι, ολόψυχα!

(Αύριο διορθώσεις με ποιο ξεκούραστο μυαλό. Ώρα 5 πρωινή... Κοντά στο ξημέρωαμα Πέμπτης 11/10/12)

Δεν υπάρχουν σχόλια: