Πέμπτη, 19 Ιουνίου 2014

ΛΙΛΙΘ - ΕΛΕΝΗ ΓΚΙΚΑ - ΚΑΛΕΝΤΗΣ


Η Ελένη Γκίκα κοινοποίησε φωτογραφία από ΕΛΕΝΗ ΓΚΙΚΑ.
9 ώρες · 
το είχα ξεχάσει, είναι κι αυτό το αφρόντιστο (ας τ' αγαπήσω) (λίγο) (αν όχι εγώ, ποιος;) 
επτά
Γύρισα κι έκλαψα. Με λυγμούς. «Πόσες φορές θα σου το πω, άλλαξα! Έγινα άλλη κι άλλαξα ζωή!»
Κι εκείνος εκεί να επιμένει, «Όμως, τα ρούχα σου χορεύουν».
Δεν «ξαναπαίζω φλάουτο με την σπονδυλική μου στήλη» θα ‘θελα να του πω. Ό,τι είναι να γράψω θα βρίσκεται σ’ εκείνο που ήδη έχει συντελεστεί.
«Μεγάλωσα πια, πώς να στο πω! Το θεωρώ, άκομψο; παράταιρο; ανόητο; πώς να στο πω πια το περιφρονώ σαν είδος για να σου γράψω ερωτικό! Δεν το μπορώ! Και έρωτας με παραγγελιά γίνεται; δεν γίνεται!»
«Δεν ερωτεύτηκες ποτέ;»
«Ναι, τα χαλάσματα και τα μάρμαρα»
«Και την Αιώνια Επιστροφή; Πώς μπόρεσες να την γράψεις τότε;»
«Δεν ήταν έρωτας αυτό, ήταν η αρρώστια του έρωτα».
«Υπάρχει έρωτας για σένα που να μην είναι αρρώστια;»
«Υπάρχει λογοτεχνία για σένα που να μην είναι αγορά;»
«Δεν το καταλαβαίνεις; Δεν θα ναι ‘ρομάντζο από σένα, θα είναι πληγή».
«Προτιμώ πια τις πληγές της γης απ’ τις δικές μου, εξάλλου είναι πιο σοφές αυτές της ιστορίας. Ξαναδιαβάζω Μεσαίωνα, κάτι μου κάνει μια ιστορία με μάγισσες και Ιεροεξεταστές».
«Κι οι εραστές μάγοι είναι»
«Κι εσύ ανήκεις στους Ιεροεξεταστές»
«Είπες ναι;»
«Κατάλαβέ το, ένας έρωτας είναι ζωτικό ψεύδος για αφελείς, σε ποιον θα είχε να πει κάτι μια ερωτική ιστορία;»
Γύρισα κι ήμουν ράκος.
Δυστυχώς τον εκτιμούσα πολύ.
Σπάνιο μέταλλο εκδότη, ποτέ δεν έπεφτε ποτέ έξω, μόνο μαζί μου, και δεν μπορώ – ποτέ μου δεν μπόρεσα- και να την καταλάβω αυτή την εμμονή.
«Μέχρι Ιστορικό Μυθιστόρημα», του το ξεκαθάρισα. «Άντε, μήπως θα ‘θελες και Ιστορικό παραμύθι;»
Από το Δοκίμιο και τις αρχαιολογικές ανασκαφές είναι σα να ‘χω κάνει δέκα φορές τον γύρο της γης.
Θυμάται εκείνο το αρρωστημένο κάποτε, και να πεις πώς πούλησε; Είδηση δεν το πήραν! Μόνο αυτός! Κι άλλος κανείς!
Αυτός που ξέρει την ιστορία προτού την καταλάβει ο ίδιος της ο συγγραφέας! Εκείνος που γνωρίζει τι θα του γράψεις και πώς από πριν! Εκείνος που το παίζει και είναι ένας μεγάλος Θαυματοποιός, «αυτό θα γράψεις!» κι είναι χρησμός, αυτό για τους συγγραφείς του είναι πάντα μια αλλόκοτη προφητεία.
Κι είναι πρώτη φορά που μου το ζητά!
«Ας μην είναι σύγχρονο τουλάχιστον», σκέφτηκα αλλά θα μοιάζει να τον παρακαλώ.
Αυτό που με τρομάζει είναι ότι είναι η πρώτη φορά που από μένα ειδικά το ζητά. Μα κοίτα με, είμαι σαράντα χρονών γονάτισα πια, δεν έχω υπαρξιακά κενά, δεν του το είπα, συνήθως πριν από μας εκείνος ξέρει ό,τι είναι να ξέρει για μας.
Τον πρωτοσυνάντησα εκ των υστέρων, αφού είχαμε ήδη συνεργαστεί. Για μένα ήταν ο πανίσχυρος άνθρωπος χωρίς πρόσωπο, ζούσε σα φάντασμα, απέφευγε όπως ο διάολος το λιβάνι την δημοσιότητα. Κανένας δεν ήξερε πού ακριβώς ζούσε, ούτε πότε πήγαινε και αν πήγαινε στο εκδοτικό. Έμενε κάπου στην εξοχή, αυτό μόνο. Άλλοι έλεγαν σ’ ένα βουνό, κι άλλοι σε μια δίπατη κατοικία στα βράχια. Ούτε τη γυναίκα έβλεπαν ποτέ, ούτε και τα παιδιά. Το πιο πιθανό ήταν να ήταν εγκατεστημένοι στο εξωτερικό, ήταν γνωστή η μανία του, περίεργο, για την Προβηγκία. Και για την Ποίηση και για την Ιστορία η μανία του ήταν γνωστή. Η αγάπη του για τον Ιβάν Γκόλ, εκεί τον εκτίμησα, και για τον Νικήτα τον Ράντο.
Τους είχα δώσει μια μελέτη για τελετές θανάτου, ήμουν θανατολάγνα γνωστή, φυσικό άλλωστε, με την δουλειά μου μ’ έθελγε ο θάνατος. Είναι σα να τον καταλύει ο χώρος μου, για την Ιστορία όλα είναι θάνατος κι όλα αέναος κύκλος.
Το γραφείο του ήταν στη Δυτική πτέρυγα τον εκδόσεων. Ως την αρχή του διαδρόμου μπορούσε να φτάσει κανείς. Με ειδοποίησε τον τρίτο χρόνο συνεργασίας η γραμματέας του. Μια ξινή, ψηλή, κομψή πενηντάρα, χρόνια την είχε. «Σας περιμένει». Μόνο αυτό. Κάτι είχα ακούσει για ένα βραβείο, οι τυπωμένες σελίδες στα χέρια του ήταν ήδη ιστορία, χρυσός. Έδιναν μάχη οι συγγραφείς να δουν ένα βιβλίο τους έστω ένα, στο πραγματικά έργο τέχνης κατάλογό του.
Θυμάμαι τα βήματά μου να ηχούν κάπως αλλόκοτα στο παχύ του χαλί. Την γυρισμένη του πλάτη σε έναν πίνακα του Χόππερ. Ένα σακάκι σε γκρι αρζάν. Και μια μυρωδιά σαπουνιού που μου θύμισε τον πατέρα. Δυο μάτια γκρίζα σαν συννεφιασμένος ουρανός και την φωνή του άχρωμη εντελώς να μου λέει «επιτέλους»!
Πώς γίναμε φίλοι, αν μπορούσε κανείς να το πει «φίλοι» αυτό γι’ αυτόν, ούτε το καταλάβαμε. Εκείνο το μεσημέρι με μάλωσε, «μα τι σόι άνθρωπος είστε εσείς, να μη ζητήσετε μια φορά να συναντήσετε τον εκδότη σας». Μετά κατάλαβα ότι ήταν αυτό ακριβώς η λυδία λίθος της ειλικρινούς μας σχέσης θα πω, είναι τόσο άτοπο να πει κανείς γι’ αυτόν, τελικά, «φιλία»!
Θα πρέπει όμως να το παραδεχθώ! Δεκαπέντε χρόνια συμπόρευσης ήταν υποδειγματικά. Οι συναντήσεις μας όλο και πιο συχνές, δεν του ζητούσα τίποτα, δεν μου ζητούσε παρουσιάσεις και περιοδείες γιατί ήξερε πόσο τ’ απεχθανόμουν, μιλούσαμε πιο πολύ με σιωπές, με ηρεμούσε αυτό το απαθές σίγουρο γκρίζο του βλέμμα. Μου θύμιζε άνθρωπο που όλα τα μπορεί και όλα τα έχει δει, πώς δεν επιθυμεί παρά να συνεχίζει έτσι στο διηνεκές να εκδίδει εκείνα τα αριστουργήματα όσον αφορά την φροντίδα και το τύπωμα στη σελίδα. Από μας, όσους γράφαμε και μας έκανε την χάρη να κυκλοφορούμε απ’ αυτόν, απαιτούσε το ανείπωτο και το άρρητο, να ξεπεράσουμε το προσωπικό μας όριο κι εφικτό, «για το δικό μας καλό, αλλιώς – όπως συνήθιζε να λέει χαριτωμένα- αυτή η ζωή δεν λέει!»
Και σήμερα ήταν η πρώτη φορά που ζητούσε! Από μένα! Να ξαναγράψω ένα, ένα μόνο ένα βιβλίο ερωτικό. Εγώ που δεν είχα γράψει ποτέ! Και μάλιστα να επιμένει «μα πως;» θα ‘θελα να του πω ήμουν τότε 22 χρονών, κι είναι μια ιστορία που έχει χαθεί στο θολό παρελθόν, δεν υπάρχει καν ο εκδοτικός οίκος που τότε την εξέδιδε!
Για μια στιγμή σκέφτηκα «αν τόσο το θέλεις, ξαναβγάλε αυτό», αλλά δεν μ’ άφησε περιθώρια. Έτσι έκανε, με δυο λόγια σε κοιτούσε σαν το ηφαίστειο κάτω από το παγόβουνο και σου έβαζε τον σατανικό του τον σπόρο. Λες και σου ψιθύριζε κάποιος άγνωστος Θεός στο αυτί.
Δεν είσαι Θεός! Θα ‘θελα να του φωνάξω στα μούτρα. Αλλ’ είχε προλάβει να πει «δες το σαν πατρική συμβουλή».
Είχε ήδη ζωντανέψει ένα γκόλεμ και μόνο ονομάζοντάς το «με την απάνθρωπη γοητεία των λέξεων». Το κακό και με το που το εκστόμισε ήταν ήδη σα να είχε συμβεί.

οκτώ
«θα παίξω φλάουτο σήμερα
με τη σπονδυλική μου στήλη»
Είναι δεκαεφτά χρονών κι ακόμα τον θυμάται. Για να τον ξεχάσει, γράφει ιστορίες. Ανάμεσα νύχτα και μέρα μόλις χαράζει. Ανάμεσα σ’ ύπνο και ξύπνιο, υπνοβάτης εντελώς.
«Δημιούργησε, με την απάνθρωπη μαγεία
των λέξεων που φώτισε η οδύνη"
Η μάνα της, ως συνήθως, έξω φρενών! "έτσι ήσουν από παιδί, με το βιβλίο καπέλο! έξω παιδιά, τζιτζίκια, λουλούδια, ζωή, αγόρια, κοκόρια (έχει ο γείτονας ένα πού όποια ώρα του έρθει μας κοκορίζει, και συνήθως τονε πιάνει αυτή η κοκορίλα ντάλα μεσημέρι), Σε είδα εγώ, δεν ήσουν εσύ κανονικό παιδί! σε τραβάγαμε με τον μπαμπά σου για να βγεις να παίξεις κι εσύ στύλωνες σαν τον όσιο Δανιήλ τον στυλίτη τα πόδια!"
Στυλίτη! Αυτό τηνε κάνει ο έρωτας! Κι αυτό το είχε καταλάβει από μικρή. Ο έρωτας και οι λέξεις, στυλίτη! Και στήλη άλατος! Κι όμως αυτή θα επιθυμούσε να γίνει στήλη φωτός!
Πώς να του το πει, αυτό που δεν αντέχει με τίποτα είναι η ελπίδα και η αναμονή του. Και το αναπόφευκτο πέρας!
Είναι δεκαεφτά χρονώ κι έξω μαίνεται το καλοκαίρι. Κάποιος πουλά καρπούζια, ακούει που παίζουν στην διπλανή αλάνα κάτι παιδιά. Τα τζιτζίκια τρελάθηκαν, άραγε ξέρουν; Κι εκείνη εκεί μέσα με τα στόρια κλειστά, «πώς μπορείς φως μου με τόσο πράσινο και τόση θάλασσα;» εκείνη μέσα με λάμπα κυκλάμινο τακτοποιεί το χάος της ερωτικής φουρτούνας της για άλλη μια φορά, ελπίζοντας πάντα, για τελευταία φορά.
“Πριν μπεις στα Άγια των Αγίων πρέπει να βγάλεις τα υποδήματά σου, όχι όμως μόνο τα υποδήματά σου αλλά και τα πάντα, το ένδυμα του ταξιδιού και τις αποσκευές και από κάτω τη γύμνια σου κι ό,τι βρίσκεται κάτω από τη γύμνια σου κι όλα όσα κρύβονται από κάτω και μετά το μεδούλι σου και μεδούλι από το μεδούλι και μετά ό,τι απέμεινε, και μετά από το υπόλειμμα, ακόμα και την αντανάκλαση του άσβεστου πυρός. Μόνο το πυρ θα μείνει να αναλώσει το Αγιότατο και θα αφεθεί να αναλωθεί από αυτό και κανένα από τα δυο δεν θα μπορεί να αντισταθεί. Δεν πρέπει να αποτινάξουμε τον εαυτό μας αλλά να τον κάνουμε παρανάλωμα».
Και συμπληρώνει από κάτω: Κάφκα 25 Ιανουαρίου 1918.
Αν φτάσεις να γράφεις έτσι, σώθηκες, σκέφτεται. Βέβαιη πια ότι κάπως έτσι, αφού πεθάνεις, εσύ, θα αναστηθεί τελικά η ιστορία. Αλλ’ αυτή γράφει όμως για να μη γίνει η ίδια παρανάλωμα του πυρός. Γράφει για ένα αγόρι δεκαοκτώ χρονώ που έπαιζε φλάουτο σ’ ένα κορίτσι που συναντούσε τις νύχτες όποτε το αποφάσιζε η τύχη και που αυτοαναφλέχθηκε ξαφνικά ένα βράδυ ακριβώς στη μία.
Είχαν περάσει τρία χρόνια, είχαν διαλέξει σπουδές, είχαν τραβήξει τον δρόμο τους αλλά άφησαν ανάμεσά τους κάτι γράμματα- νήματα. Ήταν Ιούλιος καλή ώρα όπως έγραφε σ’ ένα βέλβετ χαρτί ακριβώς πριν από τρία χρόνια.
Το ραντεβού ήταν σε ένα μικρό πανδοχείο έξω απ’ την πόλη, στο δάσος σχεδόν. Ήταν ακριβώς όταν έφτασε η ώρα μία. Τον είδε να χαιρετά, έφεξε το άσπρο πουκάμισο σαν θεία Χάρις στο μαύρο σκοτάδι, τον είδε να κάνει δυο βήματα, κι ύστερα όλος φλόγα στο τρίτο, δίχως άχνα, να καίγεται χωρίς να μιλά. Και δεν άφησε τίποτα. Ούτε φωτιά στο δάσος, ούτε στα γύρω δέντρα. Μόνο ένα κιλό στάχτη, έτσι που ν’ αμφιβάλει ακόμα, είναι δεν είναι η στάχτη αυτός; Ήρθε ή δεν ήρθε; Κι εκείνο το άσπρο πουκάμισο τίνος ήταν που την χαιρέτησε έξω από το πανδοχείο νύχτα στη μία ακριβώς για να της μείνει η αμφιβολία μετά μια ζωή;
Η Φίλια της το ‘γραψε. Την ίδια χρονιά με το πού μπήκε ο χειμώνας: «αλήθεια τα ‘μαθες; Ήρθε ο δικός σου πίσω, ωχ ρε γαμώτο, δεν θα ‘θελα να ‘μαι εγώ εκείνη που θα στα πει! Ήρθε ο Μαγιακόφσκι σου για να καεί μια νύχτα στο πανδοχείο του Ζήση. Τώρα τσιγάρο θα ήταν; Θα είχε πιει; Επίτηδες το ‘κανε; Ευτυχώς και χωρίσατε! Θα σου μαύριζε την ψυχή μια ζωή».

Δεν υπάρχουν σχόλια: