Δευτέρα, 2 Ιουνίου 2014

Τι έκανε η Νίκη, καλέ; – Γιώργου Τσιντσίνη

Τι έκανε η Νίκη, καλέ; – Γιώργου Τσιντσίνη



Τι έκανε η Νίκη, καλέ; – Γιώργου Τσιντσίνη
Οι χαρμόσυνες αυτές μέρες ξυπνούν μνήμες της δεκαετίας του ’60….
Τότε που κάθε δεύτερη Κυριακή απόγευμα, ως νεαροί της Νέας Ιωνίας τρέχαμε στη «Κλούβα», να δούμε την αγαπημένη μας ομάδα να παίζει ποδόσφαιρο και να ζήσουμε, όχι μόνο αυτό-καθαυτό το παιχνίδι, αλλά όλη εκείνη τη διαδικασία της προετοιμασίας, το ατέλειωτο κουβεντολόι μετά, ακόμη και τα μικρά γλέντια που συνόδευαν κάθε νίκη της Νίκης.
Όλα έμοιαζαν με γιορτή… Άλλωστε η φτώχεια της προσφυγιάς δεν άφηνε περιθώριο να διαλέξεις πολλές χαρές και άλλα πανηγύρια.
Έχω ξαναγράψει, ότι αυτή η ομάδα, που έφεραν οι παππούδες μας από την άλλη άκρη του Αιγαίου, ήταν η πιο συχνή αφορμή για να χαρούμε. Ήταν η μοναδική τιμή και περηφάνια μας, το μοναδικό σημείο αναφοράς του «Συνοικισμού», που μας έδωσε από νωρίς «διαβατήριο», να περάσουμε το γκέτο και τον Κραυσίνδωνα, με ψηλά το κεφάλι, να κάνουμε γνωστή τη Νέα Ιωνία σ’ ολόκληρη την Ελλάδα.
Θυμάμαι αίφνης ένα ηλικιωμένο κρεοπώλη, παλιό ποδοσφαιριστή σε κάποια ομάδα της Λαμίας, που έτυχε κάποτε να γνωρίσω και να συνεργαστώ μαζί του.
-Από τη Νέα Ιωνία είσαι, παλικάρι, μου είπε. Νίκη Βόλου, ε; Ε, ρε, τι μου θυμίζεις… Η Νίκη έγινε η αιτία για το πιο γλυκό μεθύσι της ζωής μου κι ένα αφάνταστο γλέντι που στήσαμε μετά, σ’ ένα μαγαζί της εθνικής οδού, επιστρέφοντας μετά από έναν αγώνα που παίξαμε στο Βόλο.
-Μας κερδίσατε; τόλμησα να ρωτήσω.
-Παλάβωσες; μου είπε. Ποιος μπορούσε να κερδίσει τότε (μεσοπόλεμος) τη Νίκη; Απλά, χάσαμε μόνο με 2-0, το πανηγυρίζαμε και μετά θέλαμε να το γλεντήσουμε.

Ίσως σας ξαφνιάζω, όμως, αλλά εγώ έχω στο μυαλό μου από εκείνη την εποχή, τις προσφυγοπούλες της Νέας Ιωνίας, οι οποίες, κάθε Κυριακή που είχε γήπεδο, έβγαζαν τα καρεκλάκια τους στ’ ασβεστωμένα πεζοδρόμια των Τζαμαλιώτικων και των Γερμανικών και προσπαθούσαν να αφουγκραστούν την εξέλιξη του αγώνα, από τις φωνές της κερκίδας, τα «γκολ» και τα «αχ», που γέμισαν την -ήσυχη και μικρή τότε- Νέα Ιωνία, μέχρι το Αλιβέρι.
Πολλές απ’ αυτές έζησαν και έκλεισαν τελικά για πάντα τα μάτια τους χωρίς να μπουν πότε μέσα στην «κλούβα», χωρίς να δουν έστω μια φάση από αγώνα της αγαπημένης τους ομάδας, αφού οι κοινωνικές συνθήκες εκείνης της εποχής δεν το επέτρεπαν, αλλά και το ισχνό πορτοφόλι της οικογένειας δεν έφτανε ποτέ για ένα ακόμη εισιτήριο, δίπλα σ’ εκείνο το ιδρωμένο, του άντρα, του γιου, του αδελφού.
Κάθονταν, όμως, δεκάδες κυράδες της Νέας Ιωνίας (κομμάτι κι αυτές της 90χρονης Νικιώτικης Ιστορίας) και περίμεναν «χορεύοντας» πάνω στα καρεκλάκια τους, να βγουν οι πρώτοι φίλαθλοι από το γήπεδο και να ρωτήσουν με αγωνία:
-Τι έκανε η Νίκη, καλέ;
-Κέρδισε, κυρά μου, με 2-1 !!!
-Δόξα τω Θεώ… Βαγγελίστρα μου, μεγάλη η χάρη Σου, έλεγε τότε η γιαγιά ή κάποια νεότερη που ρωτούσε. Κι αμέσως σηκωνόταν, έστρεφε προς τη μεριά της εκκλησιάς και σταυροκοπιόταν με ευλάβεια.

Σήμερα, που μεθάω από χαρά, τις βλέπω πάλι ολοζώντανες μπροστά μου, σεμνές φιγούρες της βασανισμένης μου φύτρας, ευπροσήγορες νεράιδες του ουρανού, σαν φιλικά αερικά και άγγελοι γαλάζιοι, να με σταματούν πάλι στο δρόμο για να ρωτήσουν:
-Τι έκανε, η Νίκη, καλέ;
-Δεν τα ‘μαθες;… Η Νίκη, κυρά μου, ανεβαίνει -μετά από 48 χρόνια- στην Α’ Εθνική! Ανασκουμπώσου, λοιπόν, βάλε λίγο γαύρο στο τηγάνι, φέρε και τη μπουκάλα με το τσίπουρο και τρατάρισέ μας. Κέρνα κι εκείνη τη Μεγαλο-Κυρά, που δεν έφυγε ποτέ από κοντά μας, τη Βαγγελίστρα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: