Κυριακή, 23 Φεβρουαρίου 2014

Η Γυναίκα της Βορινής Κουζίνας - Ελένη Γκίκα

Η Γυναίκα της Βορινής Κουζίνας

Ελένη Γκίκα

ΚΑΛΕΝΤΗΣ

Η γυναίκα που ακροβατεί ανάμεσα στο όνειρο και στην αληθινή ζωή – πονάει, υποφέρει, ερωτεύεται, φοβάται, φεύγει, νοσταλγεί, θρηνεί, ελευθερώνεται και ζει. Μια γυναίκα που αλλάζει πρόσωπα, η Γυναίκα της Βορινής Κουζίνας.
Η συγγραφέας Ελένη Γκίκα δομεί το νέο μυθιστόρημά της πάνω στα πρόσωπα τριών γυναικών σαν αρθρώσεις του ίδιου σώματος – ώσπου γίνονται τρία πρόσωπα της ίδιας γυναίκας, όπως οι ετερώνυμοι του Πεσσόα, όπως «όλες η Βερενίκες κ' η Κλεοπάτρες θαυμαστές» του Καβάφη, όπως οι πολλοί εαυτοί του Παλαμά. Οι ηρωίδες της παρουσιάζονται ευρηματικά σαν γυναίκες-μπάμπουσκες, η μια μέσα στην άλλη, και η συγγραφέας με χαρακτηριστική επιδεξιότητα καταφέρνει να φωτίσει την εσωτερικότητά τους, αποδίδοντας παράλληλα στον εξωτερικό κόσμο και στα γεγονότα του μία εσωτερική υπόσταση. Διατρέχοντας την επικαιρότητα, την ιστορία αλλά και τη λογοτεχνία, με λόγο ποιητικό, που διεισδύει βαθιά στην ψυχή, η Ελένη Γκίκα συνθέτει τον ύμνο στη γυναίκα ως το εμβληματικό σύμβολο της ζωής και της μητρότητας.
«Η Γυναίκα της Βορινής Κουζίνας» ήταν υποψήφιο για το Βραβείο Αναγνωστών 2012.

Γεννήθηκε το 1959 στο Κορωπί. Δημοσιογράφος και βιβλιοκριτικός στις Εικόνες και στο Έθνος της Κυριακής από το 1983, έχει ασχοληθεί με το μυθιστόρημα, το διήγημα, την ποίηση, το παραμύθι, έχει συμμετάσχει σε συλλογικές εκδόσεις και έχει επιμεληθεί βιβλία και σειρές. Κυκλοφορούν είκοσι οκτώ βιβλία της, μεταξύ των οποίων και τα μυθιστορήματα Οι κούκλες δεν κλαίνε, Το αίνιγμα του Άλλου, Χαίρε παραμύθι μου, Υγρός χρόνος, Πλήθος είμαι, Αιώνια επιστροφή, αρκετά ποιητικά αλλά και παιδικά βιβλία. Από τις εκδόσεις Καλέντη κυκλοφορούν επίσης τα μυθιστορήματά Η γυναίκα της βορινής κουζίνας (υποψήφιο για το Βραβείο Αναγνωστών 2012) και Το Μπολερό δεν ήταν του Ραβέλ, καθώς και το βιβλίο για παιδιά Το μυστικό της μαγικής τσαγιέρας.

Το οπισθόφυλλο:

Από παιδί περπατά χωρίς να κοιτά. «Άνοιξε επιτέλους τα μάτια, παιδί μου!» την ακούει − η πανταχού παρούσα μαμά!
Βηματίζει αργά, μηχανικά… Κοιτάζοντας αφηρημένα, με εκείνη τη διαρκή έσωθεν όραση, στραμμένη λες στα σπλάχνα…
Βαδίζει αργά, σταθερά, πριγκιπικά − όπως εκείνη της έχει μάθει να περπατά. Έστω και κάπως πυρετικά. Σαν υπνοβάτης, δηλαδή, χωρίς να κοιτά.

Εκείνη και η Άλλη. Ο εαυτός και το ψεύδος…
Τέσσερα τετράγωνα τις χωρίζουν. Τόσο κοντά, και ταυτόχρονα τόσο πολύ μακριά…
Την ίδια θάλασσα βλέπουν. Το ίδιο βουνό, από την πίσω πλευρά.
Δε συναντήθηκαν ποτέ. Μονάχα στον καθρέφτη.
Τώρα, πώς γίνεται; Τα κάνει αυτά τα μαγικά ο καθρέφτης!
Οι δυο μαζί θα έκαναν την τέλεια εικόνα. Μυστηριώδεις μες στη διαύγεια, και γι’ αυτό φωτεινά σκοτεινές…
Κι ανάμεσά τους εγώ, που τις βλέπω· που με επινόησαν εκείνες − ή που υπήρξα εγώ εκείνη που τις επινοώ.
Η Αρσινόη −πρόσωπο ή προσωπείο, Ράνια ή Αριάδνη, και Γερτρούδη, και Ουλρίκα− ακροβατεί ανάμεσα στο όνειρο και στην αληθινή ζωή: υποφέρει και πονάει, φοβάται και φεύγει, γράφει για να ξεχάσει, μαγειρεύει για να υπάρξει, νοσταλγεί και θρηνεί, ελευθερώνεται και ζει!
Η Γυναίκα της Βορινής Κουζίνας, αυτή!

Το σημείωμα στη φτερούγα θέλετε; αυτάκι;

Φοράει φόρεμα πράσινο βαθύ, λαδί, γόβα και καμπαρντίνα λεπτή, στο ίδιο χρώμα − ετοιμάζεταισήμερα για σπλαχνική βροχή.
Βαδίζει με απλωμένα τα χέρια σαν σπασμένα φτερά. Με αυτόβουλα πόδια − όπου θέλουν αυτά.
Επιμένει.
Και κατεβαίνει αργά, αν και με εσωτερική βιασύνη, τα σκαλιά.
Κατεβαίνει στις αναμνήσεις της…
Στη μοναξιά του «εγώ», το «εσύ» γίνεται μια προσευχή.
Εκείνη, κινούμενη άμμος. Ολότελα ανοιχτή στο ενδεχόμενο.
Κάτι είναι εκεί, και την περιμένει, σ’ ένα ρόλο που πρώτη φορά ετοιμάζεται να υποδυθεί, και αγνοεί.

Το δικό της «εσύ» είναι σαν το «εγώ». Αλλάζει πρόσωπα…
Μονάχα το ψευδώνυμο θυμάται, το κέλυφος, το προστατευτικό της προσωπείο στον άλλο της ρόλο… και δεν ξεχνά να το πάρει απ’ την κρεμάστρα κάθε φορά που θα βγει…
Με έναν έρωτα ξεπλυμένο από ενοχές και αναστολές, που θύμωσε το νερό της λησμονιάς στην αρχή και αργότερα το κέρας της Αμάλθειας, γεννήθηκε σ’ αυτή τη ζωή.
Γυρίζει ανύπαρκτη στους δρόμους…
Τώρα, ακόμα και τα πιο τρομαγμένα της βήματα δεν είναι τίποτε άλλο από μια αδιάλειπτη συμπαντική προσευχή.

Οι δυο μαζί θα έκαναν την τέλεια εικόνα. Μυστηριώδεις μες στη διαύγεια, και γι’ αυτό φωτεινά σκοτεινές…

Η γυναίκα, οι αγωνίες της, τα όνειρά της, ο πόνος και οι ωδίνες της, οι ενοχές, το φως και το σκοτάδι, το χθες, πάλι το χθες, οι χάρτινοι κόσμοι και οι καινούργιοι δρόμοι −αλήθεια, πόσο παλιοί!− η αυτογνωσία, η θυσία, η συμφιλίωση… Και η ελπίδα.
Μέσα απ’ αυτόν το μικρόκοσμο, μέσα από το χάος και το έρεβος, εντέλει μέσα από την ανάταση της ψυχής, η Ελένη Γκίκα, με μια αξιοθαύμαστη παραπαίουσα ισορροπία, συνθέτει τον ύμνο στη μία γυναίκα, τη δική της, αυτήν της Βορινής της Κουζίνας, και ταυτόχρονα σε όλες τις γυναίκες του κόσμου που ξυπνούν μέσα της και την κάνουν να ριζώνει στη γη και ταυτόχρονα να διαλύεται στο σύμπαν.
Με ένα λόγο άκρως ποιητικό, με μια ματιά διεισδυτική και μοναδικά τρυφερή, μας χαρίζει την ηρωίδα της − κομμάτι δικό μας, ακόμα κι αν το αγνοούμε.
Αρετή Κολλάτου, επιμελήτρια του βιβλίου Η Γυναίκα της Βορινής Κουζίνας



Το δελτίο τύπου:

Η γυναίκα που ακροβατεί ανάμεσα στο όνειρο και στην αληθινή ζωή - πονάει, υποφέρει, ερωτεύεται, φοβάται, φεύγει, νοσταλγεί, θρηνεί, ελευθερώνεται και ζει. Μια γυναίκα που αλλάζει πρόσωπα, η Γυναίκα της Βορινής Κουζίνας. Η συγγραφέας Ελένη Γκίκα δομεί το νέο μυθιστόρημά της πάνω στα πρόσωπα τριών γυναικών σαν αρθρώσεις του ίδιου σώματος - ώσπου γίνονται τρία πρόσωπα της ίδιας γυναίκας, όπως οι ετερώνυμοι του Πεσσόα, όπως "όλες η Βερενίκες κ' η Κλεοπάτρες θαυμαστές" του Καβάφη, όπως οι πολλοί εαυτοί του Παλαμά. Οι ηρωίδες της παρουσιάζονται ευρηματικά σαν γυναίκες-μπάμπουσκες, η μια μέσα στην άλλη, και η συγγραφέας με χαρακτηριστική επιδεξιότητα καταφέρνει να φωτίσει την εσωτερικότητά τους, αποδίδοντας παράλληλα στον εξωτερικό κόσμο και στα γεγονότα του μία εσωτερική υπόσταση. Διατρέχοντας την επικαιρότητα, την ιστορία αλλά και τη λογοτεχνία, με λόγο ποιητικό, που διεισδύει βαθιά στην ψυχή, η Ελένη Γκίκα συνθέτει τον ύμνο στη γυναίκα ως το εμβληματικό σύμβολο της ζωής και της μητρότητας.
Πολλές και καλές όλες οι κριτικές γι' αυτό το βιβλίο, διαλέγω αυτή:

Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΗΣ ΒΟΡΙΝΗΣ ΚΟΥΖΙΝΑΣ

της Ζωής Σαμαρά
Η Ελένη Γκίκα γράφει γιατί υπάρχει, γιατί υπάρχουμε. Κάθε φορά που γράφει, χτίζει ένα πολύπλευρο σύμπαν. Στο νέο της μυθιστόρημα μας εισάγει σε έναν κόσμο όπου τα σημεία του ορίζοντα προσδιορίζουν τη ζωή μας. Η δομή του έργου θυμίζει μουσική σύνθεση πάνω σε βιογεωγραφική θεματική, σαν να ήταν μια σπουδή για το πώς ο άνθρωπος επηρεάζεται από το χώρο στον οποίο ζει. Και ενώ το βιβλίο προχωρεί, η βιογεωγραφία αποκτά μεταφυσικές διαστάσεις: κάποιες στιγμές αναρωτιόμαστε μήπως ο άνθρωπος επηρεάζεται ακόμη περισσότερο από έναν απειλητικό απόντα χώρο.
Με μαθηματική ακρίβεια, η αφήγηση χωρίζεται σε 3 μέρη, το κάθε μέρος σε 11 ενότητες, ενώ οι 33 ενότητες του βιβλίου δομούνται πάνω σε επαναλαμβανόμενα τρίπτυχα με επίκεντρο τρεις εναλλασσόμενες γυναικείες φιγούρες. Τα 99 μικρά κεφάλαια που προκύπτουν τιτλοφορούνται κάθε φορά με τις ίδιες λέξεις και ακολουθούν την ίδια σειρά – Η γυναίκα στο ανατολικό γραφείο, Η γυναίκα της βορινής κουζίνας, Η γυναίκα στον δυτικό καθρέφτη: τρεις ηρωίδες πάνω σε σκηνή κοσμικού δράματος. Εκτός από τον πιθανό συμβολισμό των αριθμών, δύο χαρακτηριστικά τραβούν την προσοχή του αναγνώστη ευθύς εξαρχής, και αναμφιβόλως γεννούν απορίες: – Η πρώτη γυναίκα είναι στο γραφείο, η τρίτη στον καθρέφτη, η δεύτερη της κουζίνας. Άρα, η κουζίνα δεν είναι ο χώρος στον οποίο η δεύτερη γυναίκα ζει και κινείται, αλλά ένας περιοριστικός χώρος στον οποίο ανήκει, και επιπλέον τόσο κτητικός, που καταλαμβάνει το εξώφυλλο του βιβλίου. – Τρεις γυναίκες, τρία σημεία του ορίζοντα. Εντάξει, υπάρχουν τρία και όχι τέσσερα γυναικεία πρόσωπα, αλλά η παράλειψη ενός σημείου του ορίζοντα πιθανότατα κρύβει κάποιο μυστικό. Αν η γυναίκα της κουζίνας συμβολίζει την παραδοσιακή γυναίκα, γιατί θα πρέπει να βλέπει το βορρά; Και καθώς ο αναγνώστης συλλογίζεται, δεν μπορεί παρά να εικάσει ότι στη σοφία πολλών λαών ο βορράς είναι σχεδόν συνώνυμο της ανατολής. Λόγου χάρη, στον μυητικό προσανατολισμό, που προσδιορίζει τη θέση μας στο χώρο, το φως ξεκινά από την ανατολή ή από το αστέρι του Βορρά. Επίσης, οι Ετρούσκοι πίστευαν ότι οι θεοί έμεναν στο Βορρά. Έχουμε λοιπόν στο μυθιστόρημα δύο μορφές της ανατολής και το αντίθετό της, τη δύση. Ο νότος ζει σε μια ανελέητη μοναξιά, χωρίς ταίρι, χωρίς αντίθετο.
Από τις πρώτες σελίδες αντιλαμβανόμαστε ότι υπάρχουν δύο ηρωίδες που εργάζονται πυρετωδώς, σαν να βιάζονται να προλάβουν κάτι: η Αρσινόη γράφει, η Ράνια μαγειρεύει. Ή μήπως πρόκειται για ένα πρόσωπο με δύο προσωπεία; Όντως, όταν οι δύο γυναίκες συναντηθούν, η Αρσινόη θα αρχίσει να μαγειρεύει –αν και «μισεί την κουζίνα» (σ. 306)–, ενώ η Ράνια, ξεχνώντας ότι παλιά έκρυβε τα βιβλία που διάβαζε «σαν τα μπουκάλια του αλκοολικού» (σ. 73) –τόσο απαγορευμένη ήταν η ανάγνωση–, θα γράψει ένα μυθιστόρημα, πολύ πετυχημένο, με ηρωίδα μια γυναικεία οπτασία που την ακολουθεί όλη της τη ζωή. Όπως μας πληροφορεί η γυναίκα στον καθρέφτη: «Απ’ την κουζίνα ως το γραφείο, τι θαρρείς; Μια ανάσα χαλί» (σ. 49). Όταν ξεφύγει από την κουζίνα, από τη μοίρα της παλιάς γυναίκας, η Ράνια θα επιλέξει να γίνει χαρτί. Το χαρτί, η γραφή, αναπαριστά την αναζήτηση του αληθινού εαυτού της. Η Αρσινόη ζει ανάμεσα σε βιβλία, μια χάρτινη ζωή, και η λέξη «χάρτινη» επαναλαμβάνεται συχνά στο μυθιστόρημα. Το χαρτί είναι ένα πολύσημο σύμβολο. Όταν το διπλώνουμε για να το βάλουμε σε φάκελο, διπλώνουμε μαζί και τα μυστήρια της ζωής μας. Όταν δένουμε τις σελίδες σε βιβλίο, τετράδιο, ημερολόγιο, κάνουμε μια προσπάθεια να δέσουμε τα σκόρπια γεγονότα που οδηγούν σε διάσπαση του εγώ. Σχίζεται εύκολα, όπως διαμελίζεται η εύθραυστη ζωή μας. Η καθαρότητά του σαν φόντο της γραφής αντιστοιχεί στη νοσταλγία μιας χαμένης αγνότητας. Γράφουμε πάνω στο άσπρο χαρτί για να ζήσουμε μια νέα αρχή με τη γραφή μας. Δεν έχω πρόθεση να συνθέσω μια πραγματεία για το συμβολισμό του χαρτιού, λέω όσα με εμπνέει το ίδιο το μυθιστόρημα.
Υπάρχει μια τρίτη γυναίκα, που τοποθετείται στη δύση: μπροστά ή μέσα σε καθρέφτη, δεν μπορεί να αποφασίσει ούτε η ίδια. Δεν φαίνεται να έχει δική της αυτόνομη ζωή, σαν να είναι αυτή η χάρτινη γυναίκα, ηρωίδα σε κάποιο μυθιστόρημα, ή ακόμη ένα είδωλο μέσα σε καθρέφτη. Δεν ονομάζεται τυχαία Αριάδνη – αυτή κρατά το μίτο της αφήγησης, περιγράφει και σχολιάζει τη ζωή των δύο γυναικών. Κοιτάζοντας στον δυτικό καθρέφτη, δεν βλέπει τον εαυτό της, αλλά τις άλλες, και δεν γνωρίζει ακριβώς ποια πλευρά του καθρέφτη είναι η πραγματικότητα και ποια η αντανάκλαση. Καθώς αφηγείται την ιστορία τους, δεν είναι βέβαιη αν εκείνη επινοεί την ύπαρξή τους ή μήπως και η ίδια είναι επινόηση των δύο γυναικών που επινοεί (σ. 373). Η αφήγηση θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια φεμινιστική θεώρηση της κοινωνίας. Η γυναίκα προσπαθεί να παραμείνει αυτό που όλοι αποκαλούν γυναίκα, όχι το βιολογικό ον αλλά ο κοινωνικός μύθος. «Δεν ύφαινε, δεν έπλεκε καμιά τους. Γυναίκες στο περβάζι της ζωής», θα σχολιάσει, με ποιητικό ρυθμό, η Αριάδνη (σ. 127).
Η συγγραφέας, ωστόσο, δεν περιορίζεται στη γυναίκα. Στο κέντρο του σύμπαντος που παρουσιάζει τοποθετεί τον άνθρωπο. Ο άνδρας ανάμεσα στις δύο γυναίκες ανάγεται τελικά σε τέταρτο σημείο του ορίζοντα, ταυτίζεται με το νότο και την απουσία που σηματοδοτεί στο μυθιστόρημα. Νιώθει τόσο άβολα ανάμεσα στους δύο χώρους, που τελικά δεν υπάρχει χώρος γι’ αυτόν στη ζωή. Οι δύο γυναίκες αντιμετωπίζουν τη φθορά και την ανία που τις περιβάλλουν, με τη δουλειά. Σε επιστολή στον αγαπημένο της, η Αρσινόη γράφει με τρόπο αναιρετικό, σαν να αμφισβητεί τη δύναμη της αγάπης: «Απόψε το βράδυ, αγάπη μου, θα δουλέψω ως το πρωί. Δεν έχω βρει άλλον τρόπο σ’ αυτή τη ζωή για ν’ αντέξω» (σ. 154). Και η Ράνια, σαν να συμπληρώνει αναδρομικά, έγραφε στη δική της εισαγωγή του πρώτου μέρους: «Έφυγαν όλοι. Κι εγώ στην κουζίνα να φτιάχνω γενέθλιες μαντλέν, για να με γιορτάσω μόνον εγώ» (σ. 14).
Με τα τρία σημεία του ορίζοντα, η συγγραφέας οργανώνει το χώρο. Το τέταρτο σημείο είναι δεδομένο, αναδύεται μέσα από την ίδια την ύπαρξη: ο νότος δεν μπορεί παρά να είναι ο θάνατος που καραδοκεί, η φυγή έξω από το χώρο και το χρόνο. Μαγειρεύουμε ή γράφουμε για να μη σκεφτόμαστε το τέλος. Γι’ αυτό πραγματικοί ήρωες του μυθιστορήματος είναι το κοριτσάκι με το κόκκινο παλτό που προκαλεί το θάνατο, ο Φώτης που τον προσκαλεί και ο Άγγελος που βρίσκεται συμπτωματικά αντιμέτωπος με το πεπρωμένο του. Ξανά τρία πρόσωπα, που ίσως ερμηνεύουν το πρώτο τρίπτυχο: τρεις πτυχές της Μοίρας. Για τις δύο γυναίκες η μόνη οδός είναι η λογοτεχνία. «Το μόνο που μ’ απομένει», θα γράψει η Ράνια, «είναι να ξαναπιάσω της ζωής μου το νήμα και πάλι απ’ την αρχή, να τη ζήσω με τα σωστά και τα λάθη της πια μέσα από το χαρτί» (σ. 293). Και η Ελένη Γκίκα γράφει, ίσως για να βρίσκει κάθε φορά έναν καινούργιο εαυτό, ίσως για να μας οδηγήσει στην αναζήτηση των αιώνων που «χωρίζουν τον έναν εαυτό [μας] από τον άλλο» (σ. 66), ίσως ακόμη και για τα δύο.

Πηγή: diastixo

Αποσπάσματα:

  • Στο μεταξύ, ας αντιμετωπίσω όπως μπορώ τη ζωή. !
  • Θα σε διαβάζω ανάμεσα στις γραμμές, έστω σε κείμενα άλλων. Είναι ένας τρόπος για να νομίζεις, τελικά, ότι ζεις... σελ. 12

  •  Βυθίζεται ως το λαιμό στα χαρτιά. Βλοσυρή, σοβαρή, μετρημένη. Όπως την ξέρουν. Αφού, καμιά φορά σκέφτεται ότι γι' αυτό παραμένει έτσι, ακριβώς επειδή έτσι την ξέρουν αυτοί. Το τηλέφωνο δεν παύει στιγμή να χτυπά. Δεν απαντά. Γράφει. Έτσι είναι η ζωή της. Δουλεύει. Αναπνέει. Δουλεύει... Αυτό ξέρει, κι αυτό κάνει μια ζωή. σελ. 20
Αλλά δεν κράτησα ημερολόγιο από εκείνο τον καιρό... σελ.25

Είμαι ζωντανή τη νύχτα. Είμαι νεκρή το πρωί! σελ. 37

Πώς γίνεται να φτάσει κανείς απ' τον σωστό δρόμο στον λάθος σταθμό; Όλα ήταν λάθος, κι όμως, όλα καμωμένα σωστά. σελ.40

"Ο άνθρωπος μόνος θέλει πολλά τετραγωνικά". σελ.41

"Ούτε εγώ, ούτε κανείς άλλος μπορεί να ταξιδέψει αυτόν τον δρόμο για σένα.
"Πρέπει να τον ταξιδέψεις για τον εαυτό σου".
.....
Κι είναι λάθος! Όλα ήταν λάθος.
Ένα λάθος καμωμένο σωστά! σελ.41 - 42

"Ο καθένας υπακούει στη δική του ζωή". σελ.46

Απ' την κουζίνα ως το γραφείο, τι θαρρείς; Μια ανάσα χαλί. Ο ίδιος διάδρομος με τα κάτοπτρα, όμοιος λαβύρινθος. Το ίδιο χαμένο ταξίδι, το ίδιο κουπί. σελ. 49

Της φαίνεται σαν ένα μικρό θαύμα το μετρό. Ένα μικρό, βαθύ ταξίδι σε ανθρώπους.
......
Μπαίνει και κάθεται. Απέναντί της ένα νεαρό κορίτσι γράφει. Όλο γράφει. όσο κρατά η διαδρομή. Όπως ποτέ της δεν έγραφε αυτή - ποτέ στο δρόμο! σαν το τσιγάρο.
Οι κυρίες δεν τρέχουν, δεν καπνίζουν στο δρόμο κι όταν γράφουν, σκέφτεται, συνήθως το κάνουν κρυφά. σελ. 53

Τον τελευταίο καιρό βασανίζεται.
Όσο ήταν νεότερη, φαίνονταν όλα τόσο απλά!
...
Πόσοι αιώνες χωρίζουν τον έναν εαυτό μου από τον άλλο, αναρωτιόταν. σελ.67

Αναζητούσε σε όλα μια σταθερά.
Τους αριθμούς ανέκαθεν τους σεβόταν. δεν προσποιούνται, σαν τις λέξεις - αυτό, και το αντίθετό τους, το άλλο. Δε σε μπερδεύουν. δε σε εξαπατούν... σελ. 67

"Αν έχεις γεννηθεί στη φυλή των καλλιτεχνών, είναι χάσιμο χρόνου να προσπαθήσεις να λειτουργήσεις σαν παπάς", της είπε. σελ. 69

Το παλιό της κορμί πεθύμησε και χθες όταν την κοίταξε εκείνος ο άντρας - παρ' ότι στο σουπερμάρκετ τον προσέγγισε ακριβώς με τούτο δω το ταλαιπωρημένο, το φθαρμένο κορμί.
Πώς γίνεται να διασώζεται η ψυχή της ατόφια μέσα σ' εκείνη τη σάρκα που χαλαρώνει σαν πολυφορεμένο πουλόβερ; και πού πηγαίνει, αλήθεια, το παλιό μας, με επιθυμίες και λάμψη, αθώο ή ερωτευμένο κορμί; και πώς γίνεται να συνυπάρχει μια ψυχή σπαρταριστή, ζώσα, με ένα σώμα πέτρα, δέντρο, βράχο, φυτό που σαπίζει, άγνωστο ακόμα και σ' αυτήν τη με δυσφορία φέρουσα; Πού πάει, αλήθεια, ο συγκροτημένος, παλιός, μασίφ, ομοούσιος και αδιαίρετος εαυτός; Πώς διασπάται, τελικά, από το σώμα η ψυχή; Κι όχι μετά θάνατον, όχι! Ακόμα και τώρα που, υποτίθεται, ναι, είναι, είσαι, είναι ο άλλος - ή νομίζει, τουλάχιστον, ότι είναι εν ζωή; σελ. 75

"Κάτι μου λέει ότι βαρέθηκες τα βιβλία γιατί ήρθε η ώρα ν' αρχίσεις να γράφεις το δικό σου!" της λέει χαμογελώντας πονηρά. σελ.107.

*******
Αυτή η ανάρτηση είναι ΕΝΑΝΤΙ! Αν συνεχίσω να αντιγράφω, θέλω βδομάδες, δεν επιτρέπεται κιόλας!

Απλά, δε θέλω να αφήνω "πράγματα" για αύριο. Μ' αυτό το βιβλίο άργησα να "συναντηθώ", ίσως για κάποιον λόγο. Ίσως παλιότερα σημείωνα άλλες λέξεις. Πάντως και τώρα, είναι πολυσημαδεμένο!

ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ, Ελένη Γκίκα!   
Υγ. Θα συμπληρώσω...

Ο Βασίλης Μόσχης διαβάζει απόσπασμα.

«Τα χρυσόψαρα γράφουν τους νωθρούς νοσταλγικούς τους κύκλους μέσα στη μεγάλη φωτεινή τους γυάλα, χωρίς καθόλου να αντιλαμβάνονται πως ο κόσμος τους, το πεδίο των διαδρομών τους είναι καμπύλο». 
Κοιτάζει αυτές τις δύο τόσο όμοιες –διαφορετικές γυναίκες- στην ίδια γυάλα χρυσόψαρα, να αγνοεί το ένα το άλλο. Πώς να το πει; Ότι «τις δυστυχίες μας τις δημιουργούμε εμείς και μόνο και ότι επάνω σ’ αυτές μπορεί κανείς να ανιχνεύσει τα ίδια μας τα δακτυλικά αποτυπώματα» ή ότι «η αλήθεια είναι η πιο αντιφατική απ’ όλες τις έννοιες»; [….]
«Και το ότι «όταν ερωτεύεται κανείς μια μάσκα, υποχρεώνεται αυτομάτως να φορέσει επίσης, μια μάσκα» σ’ αυτές τις δύο τόσο διαφορετικές – όμοιες γυναίκες πώς να το πει; 
«Μήπως τέτοιου είδους ζωές, σχέσεις, εραστές, θα έπρεπε να πορευτούν τη ζωή τους ενωμένοι, όμως φορώντας τις μάσκες τους; Εξάλλου, «ο έρωτας απολαμβάνει να αυτοβασανίζεται», όπως και η ζωή.» (σελ 62 – 63) από το Κεφάλαιο «Η Γυναίκα στον Δυτικό Καθρέφτη»

Το χρωστούμενο συμπληρωματικό...



Ξεκίνησα πολλές φορές να γράψω τις σκέψεις μου γι' αυτό το βιβλίο.
Γράψε, σβήσε, συμπλήρωσε, κόψε, αποφάσισα να μην τ' αγγίξω, ως περιγραφή της υπόθεσης.
Το έκαναν άλλωστε, τόσο καλά, εκείνοι που ξέρουν να τα βάζουν στην σειρά, με λίγα λόγια, να τα εξηγούν, να τα "μεταφράζουν", να τα κρίνουν, να τα επαινούν.
Εγώ, εκείνα που θα μπορούσα να πω με απλά λόγια και βάση των "δυνατοτήτων" μου, είναι ότι η Ελένη Γκίκα είναι καθαρά ερωτική συγγραφέας, κι αν με κάνει να απορώ σε κάτι, είναι το ταλέντο της να βρίσκει τον τρόπο, να ανακατεύει αλλιώς τις λέξεις, αλλιώς τις γυναίκες, αλλιώς τα ονόματα, αλλιώς τους χώρους και τους χρόνους.
Μια απλή έννοια και φράση μπορεί να την υμνήσει, να την κάνει ποίηση, την ίδια φράση στην επόμενη γραμμή, η ίδια, μπορεί να την απορρίψει, να την θάψει, με τα ίδια της τα χέρια.
Δίκοπο μαχαίρι η γραφή της. Πού σε πονεί και που σε σφάζει; Μπορεί η ίδια (και οι ηρωίδες της) να γίνει κομματάκια χίλια, σε χίλιους ρόλους.
Από γυναίκα ερωτική, σε γυναίκα που υπομένει, σε γυναίκα που επιμένει, σε γυναίκα που διεκδικεί, σε γυναίκα με θέλω ή πρέπει, σε μάνα που θυσιάζεται για τα παιδιά της, που νοιάζεται γι' αυτά, μα και για τα παιδιά των άλλων. Μπορεί να γίνει η ίδια παιδί, να παίξει μαζί τους, μα μπορεί να κλάψει και σαν παιδί, γιατί στερήθηκε ένα παραπάνω χάδι της μαμάς της. Μπορεί να 'ρθει στη θέση του μπαμπά, ακόμα να γίνει κι άντρας, μπορεί να γίνει κούκλα, λουλούδι, ακόμα και χαρτί. Μπορεί να κάνει φίλο έναν μυθοστορηματικό ήρωα αγαπημένου της συγγραφέα και να ζευγαρώσει μαζί του στο χαρτί, κάνοντας πολλά παιδάκια ήρωες.
Μπορεί να τρέξει, μα αργά, "σαν κυρία", όπως της έμαθε η μαμά της.
Μπορεί, μπορεί, πολλά μπορεί, μα δε μπορεί να γράψει στον δρόμο, γιατί, έτσι, "δεν κάνουν οι κυρίες", όπως πάλι, της έμαθε η μαμά της!
Τι να πω; Μ' έχει εκπλήξει αυτή η γυναίκα! Μπορεί να την πετύχω στο Φείσμπουκ, μπορεί στο μπλογκ, μπορεί στα βιβλία της, μπορεί στις παρουσιάσεις των βιβλίων της, μα και των φίλων της, μπορεί στη εφημερίδα Έθνος, μπορεί σε κάποιο σχολείο, να διαβάζει παραμύθια της στα παιδιά, μπορεί ακόμα και στην κουζίνα μου, να μου κάνει κι εμένα ματλέν!
Τι να πω; Να την έχει ο Θεός καλά, να της δίνει ότι την ευχαριστεί, ότι της δίνει ζωή!
Εγώ, ότι κι αν πω, περισσεύει!

Υγ. Α, ναι! και... δεν ξαναείδα σε άλλο βιβλίο της τόσα κυκλάμινα! Πολύ μ' άρεσε που το αγαπημένο μου αγριολούλουδο το βλέπω να "φυτρώνει" σε νέα λογοτεχνικά κείμενα, πόσο μάλλον της Ελένης!
Υγ 2. Κι εκείνοι οι άτιμοι οι καθρέφτες, θέλοντας και μη, μια γυρωβολιά γύρω απ' τις δικές μου αναμνήσεις με τον παππού, όσο κι αν δεν το ήθελα, την έφερναν...!
Υγ. 3 Κι εκείνος ο Ζακ Πρεβέρ, ίσως να το έμαθε εκεί ψηλά, πως δυο γυναίκες -τουλάχιστον, σφάζονται για πάρτη του, κι αυτό, πάλι, χάρη της Ελένης!
Υγ. 4 Κι αυτό το καλό, το να παίρνεις δόσεις απ' όσα ποτέ δεν διάβασες, ούτε προλαβαίνεις να διαβάσεις, ν' ακούς μουσικές που ποτέ δεν άκουσες και δε θ' ακούσεις, να μαθαίνεις και για ταινίες που ποτέ δεν είδες, ούτε θα δεις, όπως και να το κάνουμε, μέγα προσόν να μας το "σερβίρει", μαζί με τις ματλέν της, (που άρεσαν και στον Προυστ!)  η Ελένη!
Υγ. 5  Αμ, και την συνταγή μαγειρικής, μες σ' αυτό το αριστουργηματικό λογοτεχνικό βιβλίο, πως το έχεις;

Πρωτότυπη, δυνατή, απλή, μα συνάμα και περίπλοκη, να σε μπερδεύει στον χρόνο, στον τόπο, στα πρόσωπα, να ψάχνεσαι, αν κατάλαβες, τελικά, καλά, κι εκεί που αναρωτιέσαι, τι δεν κατάλαβες, με μια φρασούλα να σου εξηγεί, "εγώ είμαι αυτή", οι πολλές!
Εγώ είμαι αυτή η μία, η Ελένη!
Και θα μείνει αυτή η μία, η Ελένη, γιατί ότι γράφει, βγαίνει πραγματικά από μέσα της και το κάνει αβίαστα! Κι αν μιλάει για πολλούς άλλους συγγραφείς ή ποιητές, είναι γιατί κι αυτοί ζουν μέσα της, είναι πια συγγενείς, κι όχι γιατί τους ψάχνει στα ράφια μιας πλούσιας βιβλιοθήκης, για να μας τους επιδείξει!
Τόσο διάβασμα και γράψιμο, το θαυμάζω αφάνταστα, μα με τρομάζει, συνάμα!
24 γράμματα, πόσο και πώς να παίξεις μαζί τους, χωρίς τα ίδια να επαναστατήσουν;
Αν η Ελένη ήταν ηθοποιός και έπαιζε θέατρο, θα την φανταζόμουνα  σε μια σκηνή αμίλητη, μ' ένα βουνό σκόρπια γράμματα στο πάτωμα, να τα ξεχωρίζει σε 24 τσουβάλια  και μετά, να κρύβεται πίσω απ' αυτά και με ταχυδακτυλουργικό τρόπο να τα δείχνει στους θεατές, και να σχηματίζει μ' αυτά, λέξεις και μόνο λέξεις! Κι όσοι πρόλαβαν, είδαν, κι όσοι κατάλαβαν, κατάλαβαν!
Για να μην πω, ότι τα σκηνικά γύρω γύρω, θα ήταν μόνο, βιβλιοθήκες!
Και να μην πω, πως στο τέλος, κάπου εκεί, πριν το χειροκρότημα, θα της επιτίθενταν όλα τα γράμματα, κολλώντας πάνω της, σαν μαγνητάκια και θα έφευγαν απ' την σκηνή πρωταγωνιστές εκείνα, αφού η Ελένη, θα ήταν πια, ολόκληρη, ένα κείμενο που ούτε η ίδια δε θα μπορούσε να διαβάσει και να καταλάβει!
Μόνο οι θεατές θα είχαν καταλάβει πως το "συνολάκι" ολόκληρο έγραφε: "ΤΕΧΝΗ"!

Θα μου πεις... μα όλη η ζωή της Ελένης, είναι μόνο βιβλία;
Αμ! Εδώ σε θέλω! Έζησε, ζει και γράφει! Η βάση της, δεν είναι η φαντασία! Κι έχει πόνο η ζωή της, μέγα πόνο, γι' αυτό γράφει!
Διαβάστε την, ανεπιφύλακτα!
Αποκλείεται στην δεύτερη - τρίτη σελίδα, να μην βρείτε κάτι από σας!
Καμία σχέση οι ζωές μας, ίσως, μα έλα που έχουν όλες την ίδια αφετηρία και τον ίδιο προορισμό! Την ζωή που έζησα ή δεν έζησα, τον έρωτα για άνθρωπο ή ότι, και τον θάνατο που μας πλησίασε ... με αγαπημένα μας πρόσωπα και που σίγουρα ... κάποτε, κι εμάς θα πλησιάσει.






































Δεν υπάρχουν σχόλια: