Δευτέρα, 3 Φεβρουαρίου 2014

Οι αδερφοφάδες - Νίκος Καζαντζάκης

Οι Αδερφοφάδες

«Θέλει, λέει, να 'ναι λεύτερος. Σκοτώστε τον!» Η φράση που νίκησε την εντοπιότητα, τον χρόνο, τον σπαραγμό. Η φράση που διασώθηκε σαν τη μοναδική ελεύθερη κραυγή όταν όλα, και με πολλούς νεκρούς, από κάθε πλευρά, τελειώνουν κάθε φορά.

Οι Αδερφοφάδες
«Οι «Αδερφοφάδες» μιλούν για την αδελφοκτόνο σύγκρουση σε ένα χωριό κατά τον ελληνικό εμφύλιο στα τέλη τής δεκαετίας τού 1940. Πολλοί από τους χωριανούς, μαζί και ο Καπετάν Δράκος, ο γιος του εφημέριου, ο παπα-Γιάνναρος, πήραν τα βουνά και ενώθηκαν με τους κομμουνιστές αντάρτες. Είναι Μεγάλη Εβδομάδα και, με τον φόνο, τον θάνατο και την καθημερινή καταστροφή, ο παπα-Γιάνναρος αισθάνεται ότι κουβαλάει στους ώμους του τις αμαρτίες τού κόσμου», αναφέρει η γαλλική έκδοση του βιβλίου, «Les freres enemis».
Και συνεχίζει: «Ενα χωριό τραχύ, στο χρώμα της στάχτης, μαυρειδερά σπίτια κάτω από τον ανήλεο ήλιο των νησιών της Μεσογείου, κάτοικοι καμένοι από τη μιζέρια και τα πάθη. Σήμερα, το κυρίαρχο πάθος είναι το μίσος. Ενα πολιτικό μίσος φονικό, που ρίχνει τον αδερφό ενάντια στον αδερφό του. Και μπροστά σ' αυτή τη θύελλα των ανομιών, στέκει ένας ηλικιωμένος άντρας, απελπισμένος, γιατί η φωνή του είναι «φωνή βοώντος εν τη ερήμω». Για τον παπα-Γιάνναρο αυτό το κύμα φρίκης δεν μπορεί παρά να σημαίνει την ίδια την ανικανότητα της ιερωσύνης του: ο διάβολος κυβερνά τον κόσμο... Αυτό το επιθανάτιο μυθιστόρημα του Καζαντζάκη είναι, ανάμεσα σε όλα τα έργα του, το πιο κοντινό στον κόσμο μας, που σπαράζεται από αδελφοκτόνες μάχες».
Στις σελίδες του, μια ολοζώντανη ιστορία που θα μας βάζει δύσκολα σε κάθε εποχή: Ξεκινά με τις ανταλλαγές των πληθυσμών (από την Μικρά Ασία εδώ και απ' εδώ οι Τουρκοκρήτες εκεί) και με τον παπα να καίει τις εικόνες και να μοιράζει την στάχτη σαν φυλακτό.
Οι Αδερφοφάδες
Μετά περιπλανάται από χωριό σε χωριό, πηγαίνει στο Άγιον Όρος αλλά δεν βρίσκει εκεί παρά καλοπέραση και όχι τον Θεό, επιλέγει να ριζώσει σε ένα πέτρινο, αγέλαστο χωριό όπου ξεσπά ο εμφύλιος...
Ενας λαός που ελπίζει, αγωνίζεται, κι ανάμεσά τους κόσμος και κοσμάκης που ευκαιρία βρίσκει να ντύσει ιδεολογικά τα προσωπικά: μικρές ανθρώπινες ιστορίες που γονατίζουν μπροστά στη μεγάλη Ιστορία, άλλοι στις πόλεις κι άλλοι στα βουνά. Κι ο παπα-Γιάνναρος να αγωνίζεται «ιδεολογικά ύποπτος» και να σκοτώνεται, σαν τον Εσταυρωμένο Χριστό στο τέλος: «Πόλεμος ακατάπαυτος με τον Θεό, με τους αγέρηδες, με το χιόνι, με τον θάνατο είναι η ζωή τους, γι' αυτό, όταν πλάκωσε ο αδελφοσκοτωμός, δεν ξαφνιάστηκαν οι Καστελιανοί, δεν τρόμαξαν, δεν άλλαξαν συνήθειες μονάχα ό,τι ως τότε κουφόβραζε μέσα τους, βουβό κι αφανέρωτο, ξεσπούσε τώρα κι αυθαδίαζε λεύτερο, τινάχτηκε απ' τα στήθια τους αχαλίνωτη η αρχέγονη λαχτάρα του ανθρώπου να σκοτώσει. Καθένας είχε κι ένα γείτονα ή κι ένα φίλο ακόμα ή κι αδελφό, που τον μισούσε, χρόνια, χωρίς αφορμή?». «Ο φόνος, η παμπάλαιη ανάγκη του ανθρώπου, έπαιρνε ένα υψηλό μυστικό νόημα, κι άρχισε το αδελφοκυνηγητό». «Ενας μονάχα στέκουνταν ανάμεσά τους ξαρμάτωτος, απελπισμένος, με τις αγκάλες ανοιγμένες κι αδειανές, ο ιερέας του χωριού, ο παπα- Γιάνναρος».
Σύμβολο
Μυθιστόρημα εξαιρετικής κινηματογραφικής ροής με φιλοσοφικά διλήμματα και διαλόγους οικουμενικούς και διαχρονικούς: «-Τι βλέπεις παππού; -Τη ζωή μου που τρέχει και χάνεται». Με τον παπα-Γιάνναρο σύμβολο να προσδοκά και να πιστεύει στον δικό του Θεό: που κατεβαίνει από τον θρόνο και αγωνίζεται στα κατσάβραχα, που πεινάει κι αδικείται και κάθε μέρα σταυρώνεται.
Το αποτέλεσμα, ένα βαθύτατα υπαρξιακό μυθιστόρημα με τα διλήμματα και τους εμφύλιους σπαραγμούς που δεν τελειώνουν ποτέ σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης. Με την καρδιά του ανθρώπου να εμπεριέχει το σύμπαν, Κόλαση και Παράδεισο αλλά και τον ίδιο τον Θεό. Με την αιώνια κραυγή του «Χριστέ μου, Χριστέ μου, πάλι σε σταυρώνουν οι ανθρώποι».
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΕΛΕΝΗ ΓΚΙΚΑ

πηγή


Μιλαει ο Θεός:
Όποιος με ζητάει, με βρίσκει
όποιος με βρίσκει, με γνωρίζει
όποιος με γνωρίζει, με αγαπάει
όποιος με αγαπάει, τον αγαπώ
όποιον αγαπώ, τον σκοτώνω. SINDA ALI (Μουσουλμάνος μυστικός του 9ου αιώνα)

Αποσπάσματα

Αντιθέσεις

παπά Γιάνναρος                                                    καπετάν Δράκος
ιερέας                                                                      αρχηγός ανταρτών
πατέρας                                                                    γιος
θείος κόσμος                                                           πραγματικός κόσμος
επαναστάτης του λόγου                                           επαναστάτης της δράσης
ήρωας του καλού                                                     ήρωας του κακού
πνεύμα                                                                      σώμα
διανόηση                                                                   ύλη
μυθιστορηματικός υπερ-ήρωας                                ιστορικός ήρωας
θύμα                                                                          θύτης

.....όλους τους αγαπώ, κανένας δε με αγαπάει, μα αντέχω. Μα μην παρατεντώνεις το σκοινί, Χριστέ μου, άνθρωπος είμαι, δεν είμαι βουβάλι, μείτε άγγελος, είμαι άνθρωπος - ως πότε θ' αντέχω; Μια μέρα μπορεί και να σπάσω σου το λέω, γιατί - ήμαρτον, Θεέ μου - καμιά φορά το ξεχνάς και ζητάς από τον άνθρωπο πιο πολλά κι από τους αγγέλους." σελ. 23

..."τώρα θα φανεί αν έχεις ψυχή μέσα σου για λάσπη. Σήκω απάνω, περπάτα! Περπάτα, κι όπου σε βγάλει ο δρόμος. άσε το Θεό να οδηγάει. κατέχει Αυτός." Τρεις μέρες περπατούσε. σελ. 30

"Δεν πιστεύει στο Θεό, γι' αυτό φοβάται το θάνατο...." σελ. 30

ξαφνικά ένιωσε πως η ευτυχία είναι παγίδα του Σατανά, τρόμαξε. σελ. 30

...Η προσευχή σήμερα λέγεται πράξη. Ν' ασκητεύεις σήμερα θα πει: να ζεις με τους ανθρώπους, να παλεύεις με τους ανθρώπους,...σελ.34

...το νου σας να μην πληγώσετε καρδιά ανθρώπου, γιατί εκεί μέσα κρύβεται ο Θεός. σελ.50

-Και βρήκες, μωρέ κοκορόμυαλε, απάνω στο βουνό τη δικαιοσύνη;
-Όχι, σύντροφε, ακόμα. όμως βρήκα την ελπίδα.
-Ποιαν ελπίδα;
-Πως μια μέρα θα 'ρθει η δικαιοσύνη. Δε θα 'ρθει μοναχή της, δεν έχει πόδια. εμείς θα την σηκώσουμε στους ώμους μας και θα τη φέρουμε....σελ. 56 

"Εμπάτε κι εσείς στο σπίτι του Θεού", είπε ο Χριστός. "Δευτέρα Παρουσία δε θα πει Δικαιοσύνη, θα πει Έλεος." σελ. 70

"Ας είναι καλά ο ύπνος", συλλογίστηκε ο παπά Γιάνναρος, "μας φέρνει ό,τι ο ξύπνος μας αρνείται." σελ. 71

Τι θα πει λεύτερος; Αυτός που δε φοβάται το θάνατο. σελ. 71

... οι λαβωματιές που δίνουν τ' αδέρφια είναι πάντα βαριές. σελ. 72

-"το σημείο, όπου ο Θεός αγγίζει τον άνθρωπο, λέγεται θάνατος, σελ.74

Όποιος σκύβει στο ζυγό του Θεού είναι λεύτερος. όποιος σκύβει στο ζυγό των ανθρώπων είναι σκλάβος. σελ. 103

"Στον κόσμο τούτον", συλλογίζονταν, "θα 'σαι αρνί ή λύκος. αν είσαι αρνί, σε τρων. αν είσαι λύκος, τρως. Θεέ μου, δεν υπάρχει ένα τρίτο ζώο, καλύτερο, δυνατότερο;" σελ.105

"Πως μπορώ να πεθάνω", είπε, "εγώ που έχω μια μεγάλη ιδέα;" σελ. 112

..."κρίμα στα νιάτα. δε χάθηκαν για μια μεγάλη ιδέα." σελ.115

...και να 'μασταν τουλάχιστο βέβαιοι πως πολεμούμε για καμιά μεγάλη ιδέα... σελ.120

"Δε με νοιάζει, Λεωνίδα μου, να σκοτωθώ, δε με νοιάζει, σου ορκίζομαι. φτάνει να ξέρω γιατί σκοτώνομαι. για ποιον σκοτώνομαι. Μα δεν ξέρω. ξέρεις εσύ;" σελ. 123

"Τρία πράματα είχα πάντα πεθυμήσει στη ζωή μου: ένα σπιτάκι, μια γυναικούλα και μια γλάστρα σγουρό βασιλικό. και ποτέ μου δεν τ' απόχτησα." Τι 'ναι η ζωή αλήθεια, αγαπημένη μου, τι λίγα πράματα χρειάζεται ο άνθρωπος για να 'ναι ευτυχισμένος! Και πάει και χάνεται για τα μεγάλα φαντάσματα.... σελ. 123

... κι η φριχτή λύσσα να τον σκοτώσεις, όχι γιατί τον μισείς παρά για να προλάβεις μη σε σκοτώσει αυτός... Να σκοτώσεις από φόβο, όχι από μίσος, δεν υπάρχει, θαρρώ, μεγαλύτερος ξεπεσμός. σελ. 131

"Έπρεπε σε όσους έχουν το δίκιο να δίνεις τη δύναμη κι όχι σε όσους έχουν το άδικο. αυτό θα πει Θεός!" σελ. 133

Όταν κοιμάται ο Θεός, ο διάολος είναι ξύπνιος και κάνει ό,τι θέλει. καθένας και τη βάρδια του, μαθές. σελ. 137

Πολύ δύσκολο μου φαίνεται. μα αγωνίσου κι εσύ, φτάσε όπου μπορείς, σελ. 148

...έπεσαν οι τιμές, μπορείς ν' αγοράσεις για ένα κομμάτι ψωμί μια μεγάλη ιδέα. σελ.149

...μα το σίδερο, σαν μπει στη φωτιά, μαλακώνει. θα μαλακώσεις, Κι έγνοια σου. σελ. 138

Από τα καλά κερδεμένα παίρνει ο διάολος τα μισά. από τα κακά κερδεμένα, παίρνει και το νοικοκύρη! σελ. 160

Μελετώ τους ανθρώπους που έπλασες, λέει, κατ' εικόνα κι ομοίωσή σου. δεν καταλαβαίνω. Τέτοιος είσαι, Κύριε, σαν τους ανθρώπους; σελ. 168

-Θαρρείς πως μπορείς να σταυρώνεις και να μην ανασταίνεις το Χριστό;
.....
....
Ανάσταση θα πει: χέρια καθαρά, καρδιά καθαρή! σελ. 187

-Τα κάστρα παίρνουνται από μέσα, μουρμούρισε, όχι απ' έξω. σελ. 189

...ένιωθε, όχι πια μπροστά του, μέσα του, την Ελλάδα να του φωνάζει βοήθεια. Αν χαθεί, εγώ φταίω, συλλογίζουνταν, αν σωθεί, εγώ θα τη σώσω και χιμούσε στον πόλεμο με λύσσα.. σελ. 190 

Εδώ 'ναι ξεκομμένα καρύδια: ή θα σκοτώσεις ή θα σκοτωθείς. Πάλι κάλλιο η μάνα του φονιά παρά του σκοτωμένου. σελ.207

Η αυλή μας διψάει. σελ.211

Τίποτα, λοιπόν, δεν πεθαίνει μέσα μας; Τίποτα δεν μπορεί να πεθάνει όσο ζούμε. σελ. 227

Μα πώς μωρέ, θ' αλλάξεις τον κόσμο, αν δεν αλλάξεις τον άνθρωπο; Την καρδιά του ανθρώπου; σελ. 233

-Λευτεριά θα πει να κάνεις ό,τι θέλει η ιδέα. όχι ό,τι θέλεις εσύ. σελ. 235

-Δεν υπάρχουν ιδέες. υπάρχουν μονάχα άνθρωποι που κουβαλούν τις ιδέες. κι αυτές παίρνουν το μπόι του ανθρώπου τις κουβαλάει. σελ. 242

...μα ιερέας θα πει να μη φοβάσαι τους ανθρώπους. σελ. 248

Η αγάπη είναι σπαθί, Αντρέα μου. ο Χριστός άλλο σπαθί δεν είχε, και με αυτό κυρίεψε τον κόσμο. σελ. 252

Μωρέ, δεν υπάρχουν Έλληνες να παραδώσουμε την Ελλάδα; σελ.256

Ένα κοπάδι πρόβατα καταντήσαμε, και κάθε μέρα ο μακελάρης διαλέγει και σφάζει. ώς πότε; σελ. 258

....γιατί πίσω από το θάμα στέκεται ο Θεός,...σελ.261

-Δεν την πάω εγώ, παιδιά μου, αποκρίθηκε ο παπά-Γιάνναρος, που τρέκλιζε κουβαλώντας την Παναγιά, δεν την πάω εγώ, αυτή με πάει. ορκίζουμαι, αυτή με πάει! Ακολουθάτε! σελ. 263

Ανάθεμά τη για τέχνη, συλλογίστηκε,.... ανάθεμά τη για τέχνη, να σκοτώνεις! σελ. 266

Μα τώρα βλέπω, είσαι καλός, αφήνεις τους ανθρώπους να φτάσουν ως τον πάτο της Κόλασης, κι από κει αρχίζει η σωτηρία. Μπας και βρίσκεται στον πάτο της Κόλασης, Κύριε, η πόρτα της Παράδεισος; σελ. 273

Κόμμα θα πει: να υπακούς και να μη ρωτάς. σελ. 275

"Διάβασες εσύ τον Μάρξ;" "Όχι, γιατί να τον διαβάσω; Τον διάβασε ο Λένιν." σελ. 276

...η τυφλή υποταγή κάνει σκλάβους. σελ. 276

...αν χαθεί ο κόσμος, αυτοί θα τον σώσουν αν χαθεί, εμείς θα φταίμε, οι κεφαλές. σελ. 277

Σκοτώστε με. θα σκοτώσετε τον τελευταίο λεύτερον άνθρωπο, μα τη λευτεριά δε τη σκοτώνετε. σελ. 293

Το χωριό που δεν έχει τρελό, χάνεται. θα γίνω εγώ ο τρελος του χωριού, ο τρελός της Ελλάδας. και θα φωνάζω.σελ. 296

- ....Δεν τον άκουσες; Θέλει, λέει, να 'ναι λεύτερος! σελ. 298
-Σκοτώστε τον! σελ.299

***
Αντέγραψα, μικρές σημειώσεις μου, μα με μεγάλες έννοιες. Όπου αρχίζω με μικρό μετά από τελεία, είναι γιατί δεν ξέρω την άνω τελεία και δε θέλω να παρέμβω στο κείμενο, στις ανάσες...

 

3 σχόλια:

Κατερίνα δε. στα. πα. είπε...

Αντέγραψα, μικρές σημειώσεις μου, μα με μεγάλες έννοιες. Όπου αρχίζω με μικρό μετά από τελεία, είναι γιατί δεν ξέρω την άνω τελεία και δε θέλω να παρέμβω στο κείμενο, στις ανάσες...

Ελπίδα είπε...

Ένας "αέρας" με φέρνει εδώ, μα, έτσι κι αλλιώς, κάπου θα έγραφα αυτό, ας μείνει κι εδώ.

Ξεφυλλίζοντας "κάτι" από 2006, μη έχοντας δάκρια, πια, πολλοί κόμποι στάθηκαν στον λαιμό.

Εσωτερική κραυγή, ίσως "κούνησε" και τον "αέρα".

ΠΕΣ ΜΟΥ, ΠΩΣ ΜΠΟΡΕΣΕΣ;
ΠΩΣ;

Η πρώτη "κραυγή" πάει σε μια γυναίκα.
Μετά... πληθυντικός αριθμός:

ΠΩΣ ΜΠΟΡΕΣΑΤΕ;
ΠΩΣ;

ΚΑΙ, για ΠΟΣΟ, ΑΚΟΜΑ;

Να συγχωρήσω;...
Ποιον; Τον "αέρα";

ΑΝ ΑΥΤΟ ΒΟΗΘΑΕΙ ΤΟΥΣ ΜΕΤΑΝΟΙΩΜΕΝΟΥΣ, ΑΣ ΤΟ ΚΟΡΝΙΖΩΣΟΥΝ!
ΣΥΓΧΩΡΕΜΕΝΟΙ ΓΙΑ ΝΑ ΠΑΤΕ, ΚΑΛΩΣ, ...ΠΑΡΑΠΑΝΩ.
Κατερίνα και τότε και τώρα.
Ξυπόλυτη στ' αγκάθια, μια ζωή.

Ελπίδα είπε...

δάκρυα με υ κουπάκι...